Τα αχαμνά, τα αρχιδομουνόκωλα, σε βουκολική ψιλο-αργκό εποχής. Επίσης, τα εσώρουχα.

Αποκατινίτσα αποκαλείται εναλλακτικά η κυρ' απαυτούλα.

- Ωχ, μέλια και σορόπια κοκοττίστικα,
σαν γλωσσοκόλλητα φιλάκια κοριτσίστικα,
πιπιλιστά, που σαν εδώ τ' αφουγκραζόμουνα
ένιωθα στ' αποκατινά πως γαργαλιόμουνα.
(εδώ)

- «Να πας στο Νο 11 της οδού (από το 35 που ήμουν), να σου βάλουν την σφραγίδα για την μετακίνηση», τρέχω η έρμη να βρω το 11, μπούρου μπούρου τους εξηγώ, «έλα τη δεύτερα δεν υπάρχει γιατρός ελεγκτής» μου απαντάνε, ξύνοντας παράλληλα τα αποκατινά τους...
(εκεί)

- Eau de Plomari ...τώρα και σε After Shave
- άμα κάνεις το λάθος και το βάλεις στα «αποκατινά» σου, θα τσούξει και θα ταράξει.
(παραπέρα)

- Aκόμη και εισέτι, υποκάμισα δύο μικρά αποκατινά κατασαρκός, παστρικά, βογαδιασμένα με λαδοσάπωνες μοσχομύριστους και ολόγερα, άσχιστα και ατρύπητα. (από παλαιό προικοσύμφωνο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Khan

Ξέρει ετυμολογία κανείς;

#2
Khan

Από το από κάτω;

#3
MXΣ

από κάτω, νά;

#4
Vrastaman

Τα αποκατινά, αυτά δηλ. που είναι από κάτω, τα μουνιά και τα γιαρμπλόκια ντε.

Με το αποκατνίτσα παίζει και ψιλολολοπαίγνιο με το «κατινίτσα».