Μουνότοπος (καφετέρια, μπαρ, κτλ ή γενικώς μια ευρύτερη περιοχή / γειτονιά) όπου συνηθίζεται ή αναμένεται να παρευρίσκονται γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (μιλφ και τζιλφ).

Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το «γήρας» με την κατάληξη «-άδικο»που υποδηλώνει χώρο (όπως στριπτιτζάδικο, σκυλάδικο, τρελάδικο), σχηματίζοντας ταυτόχρονα λογοπαίγνιο με τη λέξη «γυράδικο».

Χρησιμοποιείται ιδανικά μαζί με τον όρο μιλφέιγ ώστε να παραπλανήσει ακουστικά τους αμύητους (βλέπε παράδειγμα).

- Πάμε να φύγουμε από εδώ, βαρέθηκα τα παστάκια.
- Καλά ρε, και πού θες να πάμε;
- Πάμε για μιλφέιγ σε εκείνο το γηράδικο κοντά στο σπίτι μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
GATZMAN

Μου θύμισες το Γηρομέρι της Ηπείρου, όπου το όνομα του το χρωστάει, σύμφωνα με καποιον φίλο μου, στην υπερβολικά μεγάλη γερουσία που υπήρχε εκεί στα βάφτίσια του χωριού κάποια στιγμή του παρελθόντος

#2
Mr. Cadmus

Βλέπε και πουράδικο.

#3
patsis

Καλοί μου Αθηναίοι, τη λέξη «γυράδικο»(=«σουβλατζίδικο») την λέτε; Μια φορά θυμάμαι με κοιτούσαν σαν ούφο όταν την χρησιμοποίησα. Τώρα έχω καιρό να την πω σε κάποιον και να δω αντιδράσεις.

Επίσης, ελαφρώς άσχετο: λέτε «μπουγατσάδικο» ή «μπουγατσατζίδικο»;