Η οσμή, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, της τρίτης ηλικίας.
Να γιατί υπάρχει η λεγόμενη «γεροντίλα» και πως αντιμετωπίζεται. (Εδώ).
Η οσμή, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, της τρίτης ηλικίας.
Να γιατί υπάρχει η λεγόμενη «γεροντίλα» και πως αντιμετωπίζεται. (Εδώ).
Got a better definition? Add it!
Έτσι αποκαλούν συνήθως οι γνωρίζοντες την ποιμενική και ψηστική τέχνη την ηλικιωμένη προβατίνα. Τα πρόβατα ζουν περι 10-14 ετη.
Κοροϊδευτικά χαρακτηρίζουμε τη γυναίκα που θέλουμε να τονίσουμε ότι πέρασε η μπογιά της.
-στο club που θα πάμε, θα βρούμε 'κανα πιπίνι η μόνο μαριές?
Got a better definition? Add it!
Πιο εμφατικά ο γεροτραχανάς.
Ένας γαμημένος σαβανοτραχανάς έχει πλακώσει τον ουρανό και τη ζωή των ανθρώπων. (Μηχανή του Χρόνου).
Got a better definition? Add it!
Ο μεσήλικας ή υπερήλικας άντρας που σαλιαρίζει ή την πέφτει σε πολύ μικρότερης ηλικίας γυναίκες.
Ο Τάκης μόλις δει καμιά πιτσιρίκα αρχίζει να την γυροφέρνει και να λέει σαχλαμάρες. Μάλλον ξεχνάει πως κοντεύει τα 55, το γεροντολιγούρι!
Got a better definition? Add it!
Γυναίκα ανάμεσα στα 45-60, με απλά λόγια ένα σιτεμένο μετα-μιλφ προς το προ-γκιλφ. Ο χαρακτηρισμός προιδεάζει για παρουσιάσιμη, σεξουαλική και ώριμη γυναίκα, είτε και όχι.
Παράδειγμα εδώ
-Τι έγινε Νικολάκη με την πουράτζα που σε γυρνόφερνε;
-Καλά μωρε, πέφτει κανάς φιρφιρίκος που και που
-Καβάτζα η πουράτζα δηλαδής
Παρ 2
Λέω και γω θα σκάσει το μιλφάκι από το γαμησοσαιτ και θα γίνει σκηνικό και σκάει τελικά μια πουράτζα, εντελώς θείτσα, έγινα λούης
Got a better definition? Add it!
Published
Τρόπος ὁδήγησης ἀπὸ γυναῖκες κάποιας ἡλικίας ποὺ τραβοῦν τὸ κάθισμα ὅσο πιὸ μπροστὰ πάει, μέ ὰποτέλεσμα νὰ κολλᾶνε πάνω στὸ τιμόνι καὶ νὰ "ὁδηγοῦν μὲ τὰ βυζιὰ".
"Ζεστὸ-ζεστὸ"! Μόλις τ'ἄκουσα στὸ ραδιόφωνο.
Σπάσανε τὰ νεῦρα μου σήμερα στὸ δρὸμο. Εἶχα μπροστὰ μου μιὰ θείτσα, βυζοτὶμονο, μὲ εἴκοσι καὶ τέρμα ἀριστερὰ.
Got a better definition? Add it!
Φτάνω σε μεγάλη ηλικία χωρίς να παντρευτώ, αραχνομουνιάζω, γεροντοκοριάζω, καθίσταμαι γεροντομούνα.
- Πάει, γεροντομούνιασε κι αυτή, γέρασε πιο άπαρτη κι απ' την κορυφή των Ιμαλαΐων...
Ντοπιολαλιά τση ορεινής Αρκαδίας, καταγεγραμμένη στο υπέροχο έργο του αείμνηστου Τζίμη Τσαφαρά, Λαγκαδινό Λεξικό (Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη, 2013), σ. 44.
Got a better definition? Add it!
Η ανύπανδρη μεγαλοκοπέλα που γεροντομουνιάζει, η εναπομείνασα εις το ράφι, η αραχνομούνα, η γεροντοκόρη.
- Ναι, είμαι μία γεροντομούνα. Γιατί ντρέπομαι να το πω, γιατί φοβάμαι να εντάξω αυτή τη λέξη ακόμα και στον εσωτερικό μου μουνόλογο;
Ντοπιολαλιά τση ορεινής Αρκαδίας, καταγεγραμμένη στο υπέροχο έργο του αείμνηστου Τζίμη Τσαφαρά, Λαγκαδινό Λεξικό (Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη, 2013), σ. 44.
Got a better definition? Add it!
Σε συμπλήρωση του έτερου ορισμού, λέγεται για τον άνθρωπο προχωρημένης ηλικίας γενικά. Για κάποιον που περιμέναμε ότι θα είχε ήδη πεθάνει, αλλά παραδόξως ζει. Αλλά και ειδικότερα, για κάποιον που έχει παγιώσει στο πρόσωπό του μία ανέκφραστη έκφραση σαν μάσκα. Ο λόγος μπορεί να είναι ότι έχει χρησιμοποιήσει αισθητικές μεθόδους συντήρησης, όπως μπότοξ, που του έχουν αλλοιώσει την εκφραστική του προσώπου. Ή μπορεί να έχει πάθει και μια σειρά από εγκεφαλικά ή Αϊζεν(χ)άουερ ή άνοια, που του έχουν προσδώσει μία απόκοσμη έκφραση αλλούφο. Όταν μαζεύονται πολλές μούμιες μαζί, γίνεται τουταγχαμός.
Got a better definition? Add it!
Και τουτανχαμός. Υπερθετικός του χαμός, του χαμός στο ίσωμα ή και στο πίσωμα. Πρόκειται για ένα λολοπαίγνιο με τον φαραώ της Αιγύπτου Τουταγχαμών, που είναι τόσο σαχλό, ώστε εντέλει πετυχαίνει τον σκοπό του να εκφράσει το κλίμα ενός χαμού που διαλύει κάθε σοβαρότητα και κάθε σύμβαση. Κυρίως, πάντως, λέγεται για να σατιρίσει ανθρώπους πολύ προχωρημένης ηλικίας που θεωρούμε ότι ίσως και να έχουν προλάβει τον φαραώ Τουταγχαμών εν ζωή, ή οι οποίοι χρησιμοποιούν μεθόδους συντήρησης, όπως μπότοξ, που διαλύουν την εκφραστική του προσώπου τους και τους κάνουν να μοιάζουν με μούμιες, σαν αυτή του ομωνύμου φαραώ. Η έκφραση τουταγχαμός σε αυτήν την περίπτωση εκφράζει τον χαμό που προκαλείται όταν μία ή περισσότερες μούμιες βρεθούν σε έναν χώρο.
Got a better definition? Add it!