Ο παλαιάς εποχής, παλαιού τύπου, συνήθως σε απομίμηση.

Επίσης ο παλιομοδίτικος, ο πασέ.

Λέγεται για τρόπους, εμφάνιση, εκφράσεις, αντικείμενα, κλπ.

Από το «παλαιικός», υποθέτω.

Τίτλοι άρθρων από το νέτι:

Δωρεάν ετικέτες σε παλιακό στυλ

Με το παλιακό ύφασμα της θείας μου

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Παπαντώνης

Επίσης, παρόμοιες εκφράσεις είναι και το παλιο(γ)καιρίσ(ι)ος δηλαδή του παλιού καιρού ή και εναν(γ)καιρίσ(ι)ος δηλαδή κάτι που γινόταν έναν καιρό και έχει πάψει πια.

#2
salina

Άσχετο, αλλά το γράφω 1ον για να καταγράφει στην ιστορία και 2ον κάποιος θα μου θυμίσει ακριβή τοποθεσία (έστω κι αν χρειαστεί να ρωτήσει την μαμά της φίλης του/της) Υπήρχε το μπαρ παλιακό -το θυμάμαι κοντά στο καλλιδρόμιο και το τρίτο μάτι

#3
HODJAS

Σωστή Σαλίνα ;-)