α. Ο καταφερτζής, ο δολοπλόκος, ο πονηρός, ο ικανός, ο μπαγαπόντης.
Έκφραση που χρησιμοποιείται κατά κόρον όταν γίνεται αναφορά σε άντρες, που ουδεμία σχέση έχουν με «το κούνημα της αχλαδιάς» και τα υπόλοιπα χίλια συνώνυμα, αλλά έχουν καταφέρει κάτι με δόλιο ή μη τρόπο που απαιτεί ιδιαίτερες κλίσεις και ικανότητες. Εκφράζει και ενδόμυχο θαυμασμό αλλά και ζήλια και φθόνο. Χρησιμοποιείται κυρίως στην αιτιατική «α(ή ω-)τομπούστη», τονίζεται στην πρώτη ή την παραλήγουσα και η προέλευσή της χάνεται στο βάθος των αιώνων από τότε που υπήρχαν αθρώποι.
β. Ο Μαγκάιβερ
γ. Ο οδηγός λεωφορείου (autobus-tis) που νομίζει ότι του ανήκει όλος ο δρόμος.
Ωτομπούστη τι κάνει με το έβο το άτομο, του αρέσει να μυρίζει λάστιχο φαίνεται...
- Άτομπουστη, πώς την έριξε αυτή τη γκόμενα;
- Καλά ρε μλκ, πάντα κυκλοφόραγε τα καυλίτερα νιαμού αυτός...Τόπε και τόκανε ο αθεόφοβος, ατομπούστη τον ζηλεύω...
10 comments
Khan
Ωτομπούστης είναι αυτός που τον παίρνει κι απ' τα αυτιά;
vikar
Πέρ' απ' την πλάκα, λέγεται αυτό στην ονομαστική; «Ο Φίφης είναι μεγάλος ωτομπούστης» ας πούμε; Ή στον πληθυντικό, σε φάση «οι Χάρλεμ Γκλόμπτρότερς ήταν και γαμώ τους ατομπούστηδες» ξερωγώ;...
mafie
Ο «ρετομπούστης» είναι άλλη κατηγόρια;
MXΣ
Nαι, είναι εταιροφυλοφιλός σε αντίθεση με τους άλλους που ο ένας είναι μπούστης και ο άλλος gay-friendlης
Khan
Πρόκειται για (παρά) φύσιν ανώμαλο ουσιαστικό που κλίνεται ως εξής:
Ονομ. οπούστης
Γεν. ετουπούστη
Αιτ. ρετομπούστη και ατομπούστη
Κλητ. αρεμπούστη
Κατά τ' άλλα, +1 ο Βικ.
VAG
Στην αιτιατική ακόμα χρησιμοποιείται και «πωτομπούστη» αλλά το θεώρησα υπερβολή καθώς το επιφώνημα «ω» με το «πω» είναι το ίδιο εκτός κι αν επαναλαμβάνεται : πωπωτομπούστη κλπ. Το επικρατέστερο «τομπούστη» επίσης είναι στην ημερήσια διάταξη.
Mr. Cadmus
Ρετομπούστης: win.
jesus
ο ινδός φιλόσοφος γιακοιταναμπούστη;
Mr. Cadmus
Στον Parenapapara Yaketanabusti αναφέρεσαι;
mafie
Χαχαχαχ σαπίλα...!