Παρτσακλός, -ή, -ό (επίθ.). Ο άτσαλος, ο άχαρος. Χαρακτηρισμός ανθρώπων που σου ξινίζουν στο μάτι τόσο σε συμπεριφορά όσο και σε εμφάνιση.
- Ρε συ, είδες το παρτσακλό που κουβαλούσε ο Γιώργης χτές;
- Τι να σου πω ρε φίλε. Εγώ αν ήμουν στη θέση του θα ντρεπόμουν να την κυκλοφορήσω.
3 comments
Khan
Εδώ το ετυμολογεί <τουρκική λέξη parcali = μπαλωμένος.
vikar
Ενδιαφέρον. Ο Τριαντά λέει «ίσως τουρκ. parçak 'κουρελιασμένο'», και ο Μπαμπινιώτης το ίδιο (και με την ίδια επιφύλαξη).
Πάντως, να πώ οτι ποτέ δεν έχω ακούσει τη λέξη σε άλλο τύπο έξω απ' το ουδέτερο (ο Μπάμπης μάλιστα μόνον αυτόν τον τύπο καταγράφει).
Khan
Πράγματι (βλ. και παρτσακλό).