Παρτσακλός, -ή, -ό (επίθ.). Ο άτσαλος, ο άχαρος. Χαρακτηρισμός ανθρώπων που σου ξινίζουν στο μάτι τόσο σε συμπεριφορά όσο και σε εμφάνιση.

- Ρε συ, είδες το παρτσακλό που κουβαλούσε ο Γιώργης χτές;
- Τι να σου πω ρε φίλε. Εγώ αν ήμουν στη θέση του θα ντρεπόμουν να την κυκλοφορήσω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Khan

Εδώ το ετυμολογεί <τουρκική λέξη parcali = μπαλωμένος.

#2
vikar

Ενδιαφέρον. Ο Τριαντά λέει «ίσως τουρκ. parçak 'κουρελιασμένο'», και ο Μπαμπινιώτης το ίδιο (και με την ίδια επιφύλαξη).

Πάντως, να πώ οτι ποτέ δεν έχω ακούσει τη λέξη σε άλλο τύπο έξω απ' το ουδέτερο (ο Μπάμπης μάλιστα μόνον αυτόν τον τύπο καταγράφει).

#3
Khan

Πράγματι (βλ. και παρτσακλό).