Further tags

Ψεύτης/τρα
Σε αντίθεση με τον ζαμπονιέρη, ο ζαμπονιάρης είναι ο ψεύτης. Σαν χαρακτηρισμός υπάρχει κυρίως στο νησί της Ρόδου και πιο συγκερκιμένα στα χωριά. Ο Ζαμπονιάρης/α δεν είναι απλά οποιοσδήποτε πει ψέματα, αλλά αυτός που λέει συνεχώς και όλοι τον έχουν καταλάβει.

Πάμε σήμερα στο Λόχαν; Άκουσα έχει τρελή φάση.
- Άσε βρε ζαμπονιάρη, απλά είναι όλες οι γκόμενες εκεί και θες να πας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αθάνατη ελληνική βρισιά βγαλμένη απο το θρυλικό πρωτάθλημα Β' ομάδων στα ΤΕΦΑΑ (Άρης - Ηρακλής, 0-1). Χαρακτηρίζει τον ομοφυλόφιλο άνδρα που είναι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στην ιεραρχία απο τους άλλους ομοφυλόφιλους άνδρες απο άποψη ομοφυλοφιλίας.

- Τι σφυρίζεις ρε πουσταροπούσταρε

Got a better definition? Add it!

Published

Μαζέτα, ή τριαντενή μαζέττα , ορίζεται ως ο/η δωροδοκημένος/η, ή ο/η ψεύτης/τρα , ή ο/η πονηρός/η. Προέρχεται απο την λέξη ιταλική mazzetta , που σημαίνει δωροδοκία. Συνήθως χρησιμοποιείται στον Ιαλυσό, μία πόλη του νησιού της Ρόδου, για να χαρακτηρήσει αυτόν που έχει δωροδοκηθεί, ή που λέει ψεμματα με κάποιον απώτερο σκοπό. Επίσης ως μαζέτα ή τριαντενή μαζέτα ( σ.σ Τριάντα = Ιαλυσός ), μπορεί να χαρακτηρισθεί και ο παπατζής

- Εμένα ο ξάδερφος μου δουλεύει στην ΝΑΣΑ

- Άντε μωρη τριαντενή μαζέτα στρίβε απο εδώ

Got a better definition? Add it!

Published

Η λέξη που περιγράφει έναν άνθρωπο χαζό, ή και ενοχλητικό με έφεση στην αποδοχή καρπαζιών, ολογράφως φάπας.

- Κοίτα τον Γιάννη πάλι πως μαλακίζεται

- Μία ζωή φυστίκας ήταν αυτός

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μαμαφάνς / Μαμά φανς ή Μητήρ φανς

Συνήθως χρησιμοποιείται για τη περιγραφή μιας ξενέρωτης κατάστασης. Όταν πια έχεις παρατήσει κάθε είδους πιθανής ελπίδας. Πιο απλοϊκά, έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης. (Κοινώς: γαμώτο,γτπ, σιχτιρ, κλπ.)

  • «Ρε μαλακά τελικά τι έκανες με την Κική; Τα βρήκατε;» «Άσε με μωρέ μαμαφάνς... Τίποτα»

  • «Τέλος οριστικά για οποία ελπίδα 8αδας είχαμε... Μαμά φανς ομάδα φέτος γτπμ.»

  • «4 μήνες καραντίνα μέσα στη σπηλιά μου σαν άστεγος έχω γίνει ρε πουστη. Το καλοκαίρι με τη Μαμαφάνς προβλέπω να καταλήγω.»

Got a better definition? Add it!

Published

Ο συνδυασμός ενός σκατού και μίας καπότας κατά τον οποίον το πρώτο βρίσκεται μέσα στο δεύτερο και το δεύτερο είναι καλά δεμένο.
Το αντικείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο από απόσταση.
Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προσβολή ή βρισιά· η χειρότερη έκδοση της καπότας

Πήγα το πρωί στην τουαλέτα και έφτιαξα μια σκαπότα για να την σκάσω στην μούρη του καθηγητή.

- Η Κατερίνα δεν είναι πάρα πολύ ενοχλητική;
- Ναι είναι μεγάλη σκαπότα.

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν πηγαίνεις στην τουαλέτα για να κάνεις ένα Κάτουρο

Ήπια πολύ μπύρα και πήγα να παίξω ένα κάτουρο στη μέση του γεύματος.

Got a better definition? Add it!

Published

Ούρα ή η διαδικασία της ούρησης.

Σήμερα ο Μπάμπης στο σχολείο μύριζε σαν κάτουρο επειδή του φύγανε.

Κάθε πρωί θέλω να πάω για κάτουρο επειδή το προηγούμενο βράδυ πίνω μια νταμιτζάνα Μπέιλιζ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αν και δεν είναι αποκλειστικά ελληνική έκφραση, αλλά μάλλον διεθνής, η χρήση της έχει κατακλύσει τα κοινωνικά δίκτυα και αναφέρεται και από Έλληνες χρήστες. Η φράση χρησιμοποιείται με σαρκαστική διάθεση εναντίον οποιουδήποτε εκφράζει κάποια ξεπερασμένη ή παλιακιά άποψη. Η ελληνική απόδοση της έκφρασης βρίσκεται κάπου μεταξύ του "δε μας χέζεις ρε μπάρμπα" και του "ρε μπάρμπα, βγάλε το σκασμό επιτέλους, πήξαμε στη μαλακία".

Boomers είναι στην πραγματικότητα η γενιά των ανθρωπων οι οποίοι γεννήθηκαν κατά τα έτη 1946-1964, δηλαδή η γενιά που στην Ελλάδα μέχρι πρότινος, αναφέραμε ως "γενιά του Πολυτεχνείου". Συγκεκριμένα, μετά τον Β' Π.Π. οι άνθρωποι ξεπατώθηκαν να καβαλιούνται, με αποτέλεσμα μια ταχεία παγκόσμια αύξηση των γεννήσεων (έγινε "μπουμ") εκείνη την περίοδο. Οι μπούμερς είναι η γενιά η οποία εδραίωσε με τις πράξεις της τον καπιταλισμό και κατέστρεψε μια για πάντα την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη, ενώ ταυτόχρονα χέστηκε στα γκαφρά.

Παιδιά των μπούμερς είναι οι millenials (μιλλένιαλς), άνεργοι και αποτυχημένοι (σύγχρονοι) τριαντάρηδες, των οποίων η ζωή καταδικάστηκε για πάντα στη λήθη από τις επιλογές των γονιών της, δηλαδή των μπούμερς (μπαμπά σ'αγαπώ κι ας τό'ριξες πασοκ, αχ). Οι μπούμερς για πολύ καιρό κορόϊδευαν και υποτιμούσαν τους μιλλένιαλς, κατακρίνοντάς τους μεταξύ άλλων και για "υπερευαισθησία", αν και στην πραγματικότητα, τα δεδομένα που παρέδωσαν στους μιλλένιαλς και που οι τελευταίοι κλήθηκαν να διαχειριστούν, ήταν τραγικά (επαγγελματικά, οικονομικά και κοινωνικά).

Οι μπούμερς, ως άλλοι θείοι που κάθονται με τη νεολαία, υποτίμησαν τις επόμενες γενιές, πράγμα που τελικά τους γύρισε μπούμερανγκ: όταν αναγνωρίστηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος της ανυπάρξιας (πάνω στο οποίο ακόμη παραπέουμε), οι μπούμερς κρίθηκαν ως οι απόλυτα ένοχοι. Και πλέον ο παλιός καλός καιρός, αναγνωρίστηκε ως μούφα. Και πια οι μπούμερς έγιναν αντικείμενο χλευασμού και ειρωνίας.

Κλείνοντας να σημειώσω ότι: (α) η φράση έχει κατηγορηθεί από τους ίδιους τους μπούμερς ως ρατσιστική ηλικιακά -ageist, αγγλιστί (μαλιστα, οκ μπούμερ) και (β) η φράση, λανθασμένα, χρησιμοποιείται και εναντίον ανθρώπων μικρότερης ηλικίας, κυρίως από πιτσιρίκια εναντίον των Generation X (οι νεολαίοι των 90ς).

Επίσης, για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, δεν τα κάνανε όλα λάθος οι δόλιοι. Στη γενιά αυτή οφείλεται το civil rights movement, το stonewall, το τρίτο φεμινιστικό κίνημα, το πασοκ... Ουπς, λάθος το τελεύταιο!!

Παράδειγμα:

-Κοίτα εκεί κατάσταση! Είναι πράγματα αυτά, νέα κοπέλα με τατουαζ και σκουλαρίκια στη γλώσσα; -Οκ μπούμερ.

-Το να υποτιμάς την άποψη κάποιου λόγω της ηλικίας του, είναι ρατσιστικο. -Οκ, μπούμερ.

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι αυτός που ακολουθεί την μόδα χωρίς όμως αυτό να του ταιριάζει. Επίσης, κάποιος που αφήνει μακρύ μαλλί χωρίς να στηρίζει αυτήν την εμφάνιση με την συμπεριφορά του. Συνήθως ο βλαχοκαρές αισθάνεται μεγάλη ασφάλεια πίσω από τα μαλλιά του και δεν συμμετέχει ιδιαίτερα σε κουβέντες με άλλους, απλώς παρευρίσκεται.

- Ρε συ, πάμε στο πάρτυ θα ναι και ο Όθων

- Άντε ρε, τον βλαχοκαρέ να πούμε, που μου σκάει 25 χρονών μαντράχαλος με φόρμα και μάρτινς!

Got a better definition? Add it!

Published