Αντιστέκομαι, μουλαρώνω. Κρητικό.
Αντισκαρώνει η καρδιά και δεν το βάνει κάτω, κρασί τσι κάνει τσι καημούς και λέει άσπρο πάτο
Got a better definition? Add it!
Published 2014-06-13 10:44:26+00:00 Last modified 2015-04-16 13:07:35+00:00
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
0 comments