Αντιστέκομαι, μουλαρώνω. Κρητικό.

Αντισκαρώνει η καρδιά και δεν το βάνει κάτω,
κρασί τσι κάνει τσι καημούς και λέει άσπρο πάτο

(από vydras, 14/06/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified