Εμφατικό και κατά πλεονασμό του χέζω, επιπλήττω σφοδρότατα, προσβάλλω, στηλιτεύω.

Πήγα από την υπηρεσία του και τον σκατόχεσα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
iron

έλα ρε, καλό είναι!!!!!! αχαχα, άκου σκατοχέζω!!!!!!