Λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως από τους Θεσσαλονικείς και σημαίνει πήγαινε.
Πάνε να φέρεις μια μπουγάτσα με κεριά για τα γενέθλια του Μιχάλη ρε Μήτσο!
Λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως από τους Θεσσαλονικείς και σημαίνει πήγαινε.
Πάνε να φέρεις μια μπουγάτσα με κεριά για τα γενέθλια του Μιχάλη ρε Μήτσο!
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
4 comments
vikar
Ετυμολογείται απο την προστακτική του τύπου πα(γ)αίνω: πάαινε > πάνε. Στον πληθυντικό είναι πάντε.
Επισκέπτης
kala aytoi oi thesssalonikoi olo kati teteies kotsanes petane...xuxux
Επισκέπτης
EMEIS PANTWS PANES leme aytes p vazoume gia na xezoun ta mwra!
Galadriel
Ιδιαιτέρως δημοφιλής με την μορφή «πάνε γαμήσου», όπως θα έλεγαν οι χαμουτζήδες «σείρε γαμήσου» - δηλαδή χωρίς μένος, απλά απαξιωτικά («χέσε μας ρε φίλε»).