Further tags

Προέρχεται από την τούρκικη λέξη sokak και την ελληνική σκύλος. Στην ποντιακή διάλεκτο έτσι χαρακτηρίζεται αυτός που όλο κάνει βόλτες και δεν γυρνάει σπίτι.
"Σκυλί του δρόμου" αυτολεξεί. Συναντάται ακόμα σε ποντιακά χωριά της Βορείου Ελλάδος.

-Πάντζο που γυρίζεις;
-Εε ήμανε για καφέ το πρωί, μετά πήγα στον Γιάννη, μετά βόλτα στην πλατεία, μετά ταβέρνα και τώρα πάω στον Λιάκο.
-Ουυυ σοχαχόσκυλον, σπίτι δεν έχεις ;

Got a better definition? Add it!

Published

Απλούστατα η αγαπημένη πρωτεύουσα του βορρά Θεσσαλονίκη.
Προέρχεται σίγουρα από το Θεσ/νίκη, το οποίο στα χωριά ο απλός παππούς δίχως να γνωρίζει πολλά από γράμματα διαβάζει Θεσνίκη, έτσι χαράχθηκε στη συνείδηση των βορειο-ελλαδιτών σαν συντομία. Σίγουρα δεν χρησιμοποιείται τόσο συχνά όσο το Σαλονίκη.

-Έχω άδεια το σουκού, πάμε Θεσνίκη βόλτα ; -Μέσα.

Got a better definition? Add it!

Published

Αϊτιμάλε, με βαρύ βορειοελλαδίτικο λ. Συνώνυμο της φράσης "ό,τι να 'ναι", τόσο για τον χαρακτηρισμό καταστάσεων όσο και ανθρώπων, ενεργειών, αντικειμένων κ.α. Χρησιμοποιείται κυρίως στα χωριά της Δράμας, ίσως και αλλού.
Από το τραγούδι του Γιώργου Ξανθιώτη "Τσικουλάτα".

-Ρε μ@λ@κες δεν είπαμε ότι σήμερα θα πηγαίναμε για μπύρες ;!
-Εε είπαμε ρε Γιάντσο αλλά ο Λιάκος με τον Τότωρο πήγαν Θεσνίκη.
-Αϊτιμάλε είναι οι σαρσέμιδες.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο κρύος άνεμος στην ιδιόλεκτο της Αιανής Κοζάνης.

"Με ΄φαγι του νταμπάνι", ήτοι κρύωσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μούσκεμα εις την σουρδική διάλεκτο (Κοζανίτικα).

-Πού πάμε με τέτοια βροχή; Μπλιόμα θα γίνουμε!

Got a better definition? Add it!

Published

Το ξύλινο παραθυρόφυλλο, η περσίδα, το πέτασμα. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό kanat που σημαίνει φτερό, φτερούγα. Το pencere kanat στα τούρκικα είναι το παραθυρόφυλλο του παντζουριού.

Αντιγράφοντας 2 ετυμολογίες από το el.wiktionary.org :

1 κανάτι < μεσαιωνική ελληνική κανάτι < κανάτα < μεσαιωνική λατινική cannata < λατινική canna < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο) < ακκαδική (qanû: καλάμι) < σουμεριακή (gi.na)

2 κανάτι < τουρκική kanat < παλαιοτουρκικά kanat (φτερό) < πρωτοτουρκική **Kājnat*

Όχι τόσο συνηθισμένη, όμως χρησιμοποιείται η έκφραση στη Βόρειο Ελλάδα.

Πολύ σκοτείνιασε εδώ μέσα ρε παιδάκι μου, άνοιξε κάνα κανάτι να μπει λίγο φως.

κατασκευαστική λεπτομέρεια από σύγχρονα τούρκικα κανάτια αλουμινίου

φτερούγα κοτόπουλου

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έπαθα φούιτ. Πάω στον μάστορα.

Η λέξη βγαίνει από το γαλλικό fuite που σημαίνει διαφυγή και το γαλλικό ρήμα fuir που θα πει διαφεύγω. Ονομάστηκε έτσι από τη μάρκα των «μπαλωμάτων» που υπήρχε εκείνη την εποχή για τις σαμπρέλες, όταν αυτές πάθαιναν φούιτ!

Got a better definition? Add it!

Published

αυτό είναι ρακί και όχι γράπα!

Είναι το ΔΙΠΛΟΒΡΑΣΜΕΝΟ τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο και ο όρος χρησιμοποιείται σε όλη την Κεντρική Μακεδονία. Επίσης στην Παιονία, εκτός από την "κανονική" λευκή γράπα, υπάρχει και η κόκκινη γράπα, κίτρινη γράπα και μαύρη γράπα. Η λευκή γράπα σερβίρεται και σαν κοκτέιλ με παγάκια και παγωμένο χυμό ρόδι.

Got a better definition? Add it!

Published

1)ορισμός από την ελληνική βικηπαδεία: Το κασέρι (ή κασσέρι) (απο τουρκ. kaşar1) είναι ημίσκληρο τυρί από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα, με συμπαγή μάζα χωρίς τρύπες. Παράγεται σε κυλινδρικά κεφάλια διαμέτρου 30 και ύψους 10 εκατοστών εμβαπτισμένα σε φυσικό κερί. Το κασέρι μπορεί να διατίθεται και σε παραλληλεπίπεδες φραντζόλες μήκους 30 εκατοστών και διατομής 10x10 εκατοστών. Παρασκευάζεται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Θράκη και τη Λέσβο – όπως και σε πολλά μέρη της Τουρκίας.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το κασέρι έχει καταχωρηθεί ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.)2 με τον Καν.(ΕΟΚ)1107/96 της Ευρωπαϊκής Ένωσης .


2)Σύμφωνα με τους Θεσσαλονικείς, σελεμελέδεςσελεμελές / σελεμελού και εν γένει βορειοελλαδίτες, κασέρι αποκαλείται οποιοδήποτε κίτρινο ή πορτοκαλί-πάντως όχι λευκό-τυρί, σε αντιδιαστολή με τα λευκής αποχρώσεως τυροκομικά, τα οποία αποκαλούνται τυριά.Έτσι κατά τη βορειοελλαδίτικη σλανγκιάσλανγκ, τυρί είναι η φέτα, η μυζήθρα, το μανούρι, το ανθότυρο, ενώ κασέρια το παραδοσιακό κασέρι, η γραβιέρα, το γκούντα, ένταμ, τσένταρ, καμαμπέρ, έμμενταλ κι εν γένει οποιοδήποτε κίτρινης αποχρώσεως τυροκομικό.πρόβλημα γεννά εδώ η κατάταξη του τυροκομικού <κεφαλοτύρι>, δοθέντος, ότι είναι ένα κιτρινόλευκο τυρί.Εδώ οι περισσότεροι λαλάδες, μπαγιάτες μπαγιάτηςκαι μη, αναφέρουμε απλώς το κεφαλοτύρι, χωρίς να εξειδικεύουμε αν πρόκειται για τυρί ή κασέρι.Έτσι η σχετική πίτα, ονομάζεται κασεροζαμπονόπιτα ή σπανιότερα ζαμπονοκασερόπιτα, δίχως κανέναν να ενδιαφέρει τι τυροκομικό πράγματι πλαισιώνει το επίσης αγνώστου προελεύσεως αλλαντικό.

Παράδειγμα εδώ

στο σούπερ μάρκετ. -Καλησπέρα σας.Σε κασέρι τι έχετε? -Υπάρχει γκούντα Ολλανδίας, Ένταμ, Ελβετικό Έμμενταλ και Κεφαλογραβιέρα Νάξου.


3) Και πάλι στη Θεσσαλονικιώτικη μαγκιώρικη μάγκας και συγκεκριμένα δυτικοκαγκούρικη κάγκουρας σλανγκ, ο αντικοινωνικά ξενέρωτος άνθρωπος με δόσεις ηλιθιότητας και κοινωνικής αποκλίσεως.Πρόκειται για χαρακτηρισμό συνώνυμο του λούληλούλης, συναντώμενο ιδιαίτερα σε τιμημένες γλωσσικά δεκαετίες, όπως τα 80's και 90's, οδηγούμενο βαθμηδόν σε εξαφάνιση(αλλά γι'αυτό υπάρχει και το slang.gr, για να διασώσει τη γλωσσική πολιτιστική μας κληρονομιά), προφανώς αποδιδόμενο σε άνθρωπο με τις ιδιότητες του μαλακού ενίοτε γαλακτοκομικού, μαλθακό κι ευάλωτο, που λιώνει εύκολα, σαν το κασέρι(ήτοι ως άνω υπό στοιχείο 2, όλα τα κίτρινα τυριά).

Παράδειγμα εδώ

-Αδερφέ, επειδή δηλαδή η φτώχεια θέλει καλοπέραση, σήμερα θα μαζευτούμε όλοι στο πατρικό μου, λείπουν οι γέροι μου Χαλλλκιδική, θα φέρει κι ο καθένας τα ξύδια του, θα γίνει φάση σε μιλάω. -Ρε καρντασάκο, όλα γκαλλά, αλλά τη ντελευταία φορά ο αποκάτω μας έφερε τους μπάτσους ναούμε. -Ρε άααασε τώρα τον αποκάτω, άμα τάχει τα κάκκαλα, ας με πει στα ίσια, ότι τον ενοχλάω.Άααντε τώρα, το κασέρι.

Got a better definition? Add it!

Published

Η φλιτζάνα, η κούπα. Από το σλάβικο/ρωσσικό чашка (προφέρεται το ίδιο). Σε χρήση σε πολλά μέρη της Ελλάδας: χωριά του νομού Δράμας, χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, στα Ψαρά, στην Ιθάκη, Πιθανών και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Μάλλον δάνειο από τα σλαβομακεδόνικα ή τα βουλγάρικα που πέρασε στα ελληνικά στη βόρεια Ελλάδα. Στα Ψαρά πιθανών ήρθε από τους έποικους από την ηπειρωτική Ελλάδα που τα εποίκισαν κατά το μεσαίωνα. Μοιάζει επίσης με το ουγγρικό csésze (προφέρετε τσίσε με μακρόσυρτο το δεύτερο "σ") που σημαίνει κύπελο (όχι το αθλητικό).

-Να στον κάνω διπλό στη τσάσκα τον καφέ;

-Όχι, μονό. Στο φλιτζάνι.

Επίσης εδώ και εδώ

Got a better definition? Add it!

Published