Έχει διάφορες αρνητικές σημασίες όπως: είμαι κουρασμένος, βρίσκομαι σε χαώδη κατάσταση, είμαι λιώμα, είμαι κομμάτια, δεν την παλεύω.

  1. - Από τις έξι το πρωί είμαι στο πόδι κι έχω βαρέσει διάλυση...

  2. - Πήγα προχθές στο σπίτι του Τάσου και μιλάμε ήταν σαν βομβαρδισμένο! Μέχρι και τα άδεια κουτάκια μπύρας που πίναμε πριν ένα μήνα βρήκα!
    - Έχει βαρέσει διάλυση ο τύπος, έτσι;

  3. - Έλα, πάμε για ένα ποτάκι ακόμα!
    - Άσε με ρε μαλάκα, από το πρωί πίνουμε, έχω βαρέσει διάλυση! Πάω σπίτι να πιω το γαλατάκι μου και να την πέσω για ύπνο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified