1. Από το στρατό ως προσφώνηση ενός φαντάρου (ανεξαρτήτου ύψους).

  2. Η γκόμενα, ο δεσμός εν γένει.

- Πού 'σαι ψηλέ;
- Εδώ μωρέ, μαλακίες...

- Το βράδυ θα σκάσεις με την ψηλή;
- Μάλλον ναι.

ή εναλλακτικά

- Το βράδυ θα είσαι ψηλός;
- Μάλλον ναι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
agou

Το τρίτο παράδειγμα πολύ δυνατό

#2
Ο ΑΛΛΟΣ

Ναι, όντως. Αλλά να διαβάσετε και τους επόμενους ορισμούς. Όσο πάει γίνεται και καλύτερο!

#3
jesus

σε συγγενή φάση με το τρίτο παίζει αρκετά περιορισμένα νομίζω το «ψήλωσες» ως αντίδραση σε κάτι πολύ γαμάτο που έκανε/είπε κάποιος. πχ «πσσσς! ψήλωσες! τι παράδειγμα έγραψες!»

#4
electron

αντίστοιχο με το «ψήλωσες», είναι και η αττάκα Χατζηχρήστου προς Ρίζο, αφού ο ρίζος του κάνει ένα ρουσφέτι, και λέει:
- (χατζη)τώρα ξέρεις πως σε βλέπω εγώ, εγώ σε βλέπω δύο μέτρα τώρα...
-(ρίζος)εεεε, κόψε κάτι