Λόγος ανόητος, ψευδής, ή χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, παπαριά καμαρωτή, μπούρδα (ισπαν. burda, χοντροκομμένη, αδέξιο ψέμα). Μπουρδολόγος
αρσ. (μπαρούφας, ο) Κοινωνικός (και βάλε) πότης, θαμώνας μπαρ.
- Μας τάραξε στη μπαρούφα ο τύπος...
- Μην αρχίσετε με τους μπάφους τώρα ρε, αφού είχαμε πει να βγούμε...
- Θα βγούμε μωρή μπαρούφα, άραξε..
5 comments
Επισκέπτης
και παπαρδέλα και παρλαπίπα
Επισκέπτης
επίσης παπαριές Γιωργίτσα μου και μπου(α)ρμπούτσαλα......
Hank
Ιταλιστί baruffa, ίσως έχει σχέση με το γερμανικό berufen= αποκαλώ, ονομάζω
krepsinis
...και όλο μού λες μπουρμπούτσαλα, κι αρχίδια καπαμά...όπως έλεγε και ο Κλύνν!
Hank
Ο Χάρρυ το λεγε λογοκριμένο «αντίδια».