Κάτι που έχεις ξεχάσει να κάνεις αφού πέσεις στο κρεβάτι και που σημαίνει ότι πρέπει να ξανασηκωθείς, π.χ. να κλείσεις το φως στην κουζίνα, να σβήσεις τον θερμοσίφωνα, να βγάλεις τα σκουπίδια, να κάνεις τσίσα σου, κ.ο.κ. Από το βιβλίο Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007.

Η Ευαγγελία βεβαιώθηκε ότι έκλεισε το φως στην κουζίνα, έκανε και τσίσα της ώστε να μην αναγκαστεί να ξεξαπλώσει.

Got a better definition? Add it!

Published

Δηλώνει «κάτι που έχεις ξεχάσει να κάνεις αφού πέσεις στο κρεβάτι» και που σημαίνει ότι πρέπει να ξανασηκωθείς, π.χ. να κλείσεις το φως στην κουζίνα.

Ξεξάπλωσε ο Σταύρος και πήγε να κλείσει το παράθυρο καθότι χειμώνιασε κι έβαλε ψόφο.

Got a better definition? Add it!

Published