1. Ο έμπορος και καλά επώνυμων προϊόντων, στον οποίο καταφεύγουν κοριτσάκια, μιλφ, πουτάνες και μπούστηδες (ποτέ όμως τα αληθινά αρσενικά! Επ' ουδενί!) σε περιόδους κρίσης, για να προμηθευτούν τα ζωτικά αγαθά / είδη πρώτης ανάγκης που λέγονται «Λουί Βυϊτόν», «Μπέρμπερρυς», «Τζώρτζιο Αρμάνι» κ.τ.λ. Διαφέρει από τον πλανόδιο πωλητή μαϊμούδων, ο οποίος πουλάει συνήθως «Λουίζ Βρυτόν», «Μπαρμπέρρυς», «Τζώρτζιο Αρμένι» κ.τ.λ. Ο μαϊμουδάς πουλάει μόνο αληθοφανές πράμα (ώρες-ώρες μπορεί να είναι και αληθινό, που έφτασε στα χέρια του κλεμμένο από τους εργάτες που δουλεύουν στη γραμμή παραγωγής στην Κίνα / Ινδία για να μεταπωληθεί).

  2. Άνδρας με φάτσα μαϊμούς. Συνήθως είναι άνω των εβδομήντα, κοντός με μακριά χέρια, πλατύ πρόσωπο, μαλλί πλούσιο χτενισμένο προς τα πίσω που πετάει κάπως σαν καρφάκι πάνω από το μέτωπο, ευρύ στόμα, τεράστιο και πλατύ κάτω χείλος, και μάτι που γυαλίζει κάπως.

  1. Από εδώ: http://houlk.wordpress.com/2008/11/02/epaggelmata/

«Νο 2 : Ο μαϊμουδάς
Όπως η μόδα επιτάσσει πιπ τοου (βλ αμέσως παραπάνω) ομοίως επιτάσσει και Λουί Βουιτόν, Μπέρμπερις, (Άσχετο: γιατί κάνω πάντα ένα συνειρμό με πρόβατο όποτε ακούω αυτή τη λέξη;) Ντόνα Κάραν, Γκούτσι, Βερσάτζε… τέλος πάντων, με εννοήσατε τι εννοώ για να μη μακρηγορώ. [...] Kαι όσο η κρίση στην οικονομία θα διαρκεί τόσο τα βαποράκια των επωνύμων θα πληθαίνουν και θα ευημερούν. Και οι βαρόνοι της μαϊμούς, θα κάνουν χρυσές δουλειές.»

  1. - Πώς έγινε έτσι ρε παππού; Σα μαϊμουδάς έγινεεες!
    - Ε, περάσανε τα χρόνια, παιδάκι μου.

Οταν καιγεται η πίτα λεγε με Μπούρμπερυ. (από perkins, 26/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified