Παράγωγο της γνωστής σε όλους σουλφαμιδόσκονης. Προέκυψε ύστερα από ανάγκη για εύρεση λύσης σε κάθε καθημερινό πρόβλημα. Κυκλοφορεί σε σκόνη, προσεχώς και σε υπόθετα για άμεση χορήγηση...

- Μαλάκα... δεν την παλεύω...
- Βάλε λίγη σουφραμιδόσκονη...

(από σφυρίζων, 03/04/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υποπροϊόν αποξηραμένου σκατού απλυτοκώλη/ας. Συλλέγεται ή με απευθείας ξύσιμο της κωλοτρυπίδας (σούφρας) ή με τίναγμα του σώβρακου.

Ρε τη γλίτσω, τίγκα στη σουφραμιδόσκονη το βρακί της.

Λογοπαίγνιο με την σουλφαμιδόσκονη, πρόδρομο της πενικιλίνης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified