Ανόητη πράξη ή πρόσωπο που αγγίζει τα όρια της ιδιωτείας. Συνώνυμο με το γκαγκά.
Εντελώς γκαγκαούγκαγκα ο άνθρωπος! Δεν μπορούσε ούτε reboot να κάνει στο PC του! Και τον έχουν και τεχνικό υπεύθυνο!
Ανόητη πράξη ή πρόσωπο που αγγίζει τα όρια της ιδιωτείας. Συνώνυμο με το γκαγκά.
Εντελώς γκαγκαούγκαγκα ο άνθρωπος! Δεν μπορούσε ούτε reboot να κάνει στο PC του! Και τον έχουν και τεχνικό υπεύθυνο!
Σύγκρινε και γκαούγκαγκας, αγκαούγκας, αούγκανος και αούγκαντος
Got a better definition? Add it!