Σλανγκική ορμόνη (ή χημική ουσία) που, όταν εκκρίνεται (ή μεταδίδεται), κάνει τον άνθρωπο να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη γραμμή ενός κόμματος, μετατρέποντάς τον σε κομματόσκυλο, συχνά με το αζημίωτο.

1. Με ποια κριτήρια επιλέχτηκαν; «Αντικειμενικά» υποθέτω, έστω νοθευμένα με ολίγην «υποκειμενικίνη», ή μάλλον «κομματίνη», για να είμαστε ακριβέστεροι.

2. Το γελοίο είναι πως το όλο θέμα σχετικά με τους χώρους στη σχολή δημιουργείται κάθε χρόνο σχεδόν από πλευράς κομματικών παρατάξεων με αφορμή την προβολή όχι ιδεών, απόψεων ή προτάσεων για τη σχολή, αλλά προπαγανδιστικών συνθημάτων που ποτίζουν με ''κομματίνη'' τα μυαλά των φοιτητών.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified