Άτομο με εξογκώματα στο κεφάλι που κάνει μαλακίες.

Δες το καρούμπαλο τι μαλακίες κάνει πάλι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το περιπολικό, επειδή παλιά είχαν ένα φως μόνο από πάνω, σαν καρούμπαλο.

Έγινε φασαρία έξω απο το club και μαζεύτηκαν 4 καρούμπαλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified