Από τα καλιαρντά : Η φευγάτη, η σαλεμένη...

Φύγε μωρή τζαζλή από εδώ!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τρελός, παλαβός.

Μωρή, αυτή η τζάσλω νάκα τζινάβει (=αυτή η τρελή δεν καταλαβαίνει).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified