Λέξη που πρωτοειπώθηκε (μάλλον να πω: την πρωτοάκουσα) κατά τα ένδοξα έιτιζ, τότε που οι γυναίκες πια είχαν πιστέψει πως κατάφεραν να γίνουν άντρες χωρίς να είναι λεσβίες. Κάτι οι βάτες, κάτι οι σωλήνες, κάτι η μπότα, γεννήθηκε το υβρίδιο αυτό και μαζί του η λέξη τύπα, δηλαδή όχι απλώς τύπισσα, αλλά το απόλυτο αντίστοιχο του τυπά. Τώρα πια χρησιμοποιείται (από γυναίκες και άντρες) μάλλον ειρωνικά, καθότι οι επιπτώσεις —και στα δύο φύλα— τόσης χειραφέτησης είναι εμφανείς και προς το παρόν αδιέξοδες, παρόλο που κατά κόρον συζητιούνται στα πρωινάδικα: τρελές γυναίκες μόνες, θηλυκοποίηση του ανδρικού πληθυσμού, ψυχάκηδες κάθε είδους και φύλου, γεροντομάνες κλπ.

  1. - Ωραία τύπα η Σάσα. Αντράκι, γαμώ!
    - Τι σ' αρέσει ρε μαλάκα σ' αυτήν; Δεν πάω καλύτερα με τον Μικ Τζάγκερ; Πιο γυναίκα είναι.

  2. Καλά η τύπα το παράκανε, θα τον διώξει τον Σταύρο στο τέλος... Τέσσερα χρόνια συζούν, μια φορά δεν του έφτιαξε ένα πιάτο να φάει... Κι αν ο έρμος το ζητήσει, ποιος είδε τον θεό και δεν τον εφοβήθη...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified