Αυτός που δεν βλέπει καλά, ο στραβούλιακας, ο γκαβούλιακας. Προέρχεται από το ομώνυμο φίδι το οποίο έχει ατροφικά μάτια.

- Μάγκες, κοιτάξτε γκομενάκι που περνάει, κόλαση...
- Πού είναι ρε;
- Μπροστά σου ρε τυφλίτη, μα στραβός είσαι;

(από ioannios, 19/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified