Εγώ δεν ξέρω, σίγουρα όμως είναι 15-20ετίας. Είναι και λίγο δύσκολη στην αναζήτηση - ωστόσο μπορείς να τσεκάρεις, όταν δε βαριέσαι, σε αυτά τα ψηφιοποιημένα σώματα κειμένων που τα ξέρεις καλά;
«Τρίτη γεννιέται τυχερό, Τετάρτη τ' αντρειωμένο, Πέμπτη το κακορίζικο, Παρασκευή το ξένο, Σαββάτο το πολύχρονο και Κυριακή το πλούσιο.»
Για τις Δευτέρες τίποτα...
Όλα τα λεφτά στον γραπτό διαδικτυακό λόγο είναι η νεοφοινικική γραφή: Έλα τώρα σε πρκλώ πολύ.
Καταπληκτική μετατόπιση της σημασία στο λήμμα αναμαζωξιάρα!
στην Κρήτη: από γεννητώντας
Λόγια λέξη αλλά στο νου του χρήστη πιο σλανγκ κι από σλανγκ = πούρος σλανγιωτατισμός!
Να το ξαναρωτήσω κι' εδώ με την ευκαιρία: έχουμε καμιά ιδέα για το πόσο παλιά είναι αυτή η σύνταξη;
Έεεετσι.
Παρόλο που τα λεξικά δίνουν στον όρο πάφιλας κάτι αντίστοιχο με τον ορισμό, εγώ την λέξη (πάφιλας) την ξέρω να περιγράφει καποιο πολύ λεπτο φύλλο μετάλλου με πάχος όσο της επιμετάλλωσης. (Σαν να λέμε ότι τα νίκελα είναι σίδερα με πάφιλα από νίκελ)
πχ
Με τις κωλοβενζίνες τους το τεπόζιτο σκούριασε από μέσα κι έγινε πάφιλας. Το πήγα να το βαψω κι έχανε από χίλιες τρύπες
Συγκεκριμένα, όχι οτι το γκαντεμόσκυλο είναι κάποιο κλισέ, ανεξάρτητο απ' το γκαντέμης, αλλ' απλά οτι μεγαλώνοντας τη λέξη πετυχαίνει την έμφαση. Τέλος πάντων, κάτι τέτοιο.
Ά, θυμήθηκα!: μου φαίνεται ίδιας κατηγορίας μ' αυτό εδώ. Ακόμα στο πρόχειρο όλ' αυτά βέβαια...
Σωστός ο σλανγκοπροφέσορας!
Το υπηρεσίας έλεγε προπολλού, αργκοτικά βέβαια, αυτό που νεολογίσαμε ώς γενόσημο πρόσφατα.
Ωραίο! Δηλαδή γεννητάτος ίσον «απο γεννησιμιού του». Ενδιαφέρον οτι το -άτος έχει άλλη χρήση απ' αυτές που λέγονται εκεί.
Ντάξει, όχι και «τοπικό» (και σίγουρα όχι αργκοτικό). Μάλλον πανελλήνια καθομιλουμένη. Υπάρχει επίσης και στον Μπάμπη και στον Τριαντά.
Βλ. και δαφνοτσιμπουκωμένος.
Έφτασεεε!
Η πλάκα είναι ότι δίνει γουγλίσματα, βλ. κι ο πισωκράτης ο σοφός, πούστης ήτανε κι αυτός, νόμος είναι το δίκιο του πισωκράτη, το βάζω στο Δ.Π.
ΑΧΑΧΑΧ ανεβάστε το πισωκράτης ΤΩΡΑ
Ινσέψιο: πισωκράτης.
all cows are black
Σε αυτοκόλλητο τρικάκι στο Βερολίνο, κυκλοφορεί και το
All Cows Are Beautiful :)
συνώνυμο «μπουκαλόκωλος»
πατερμά ή πατρεμά λένε στη Χίο τα χάντρινα χαιμαλιά των άλόγων κλπ ζώων (ιδίως αυτών πού έσερναν κάρα) Τό έτυμολογούσα από τα πατερημά που παράπεμπε στο κομποσκοίνι (πιό πολύ στο ροζάριο) με τό οποίο μετρούσαν τα «κυριε ελέησον» και τα «πατερ ημών», κάτι που δένει με το κυπρέικο κομπολόι
Δέν το ακούω συχνά, οπότε μόνο ως επιτατικό του γκαντέμης το καταλαβαίνω. Το κριτήριο σε τέτοια πράματα παραμένει η χρήση τους στα παραδείγματα, έτσι; και τα παραδείγματα που βρήκες δέν στηρίζουν κάτι άλλο απ' ότι βλέπω.
Ο ορισμός έχει μια αυτοαναφορά στην αρχή του. Προσεχώς διόρθωση.