Κρυφοκοιτάζω (κυρίως γυναίκες γυμνές ή την ώρα που γδύνονται).
Ο Μιχαλάκης; Μέγας Μπανιστιρτζής! Όπου παραθυρόφυλλο αυτός κολλούσε το μάτι στις γρίλιες μπας και κατάφερνε να μπανίσει καμία να γδύνεται.
Κρυφοκοιτάζω (κυρίως γυναίκες γυμνές ή την ώρα που γδύνονται).
Ο Μιχαλάκης; Μέγας Μπανιστιρτζής! Όπου παραθυρόφυλλο αυτός κολλούσε το μάτι στις γρίλιες μπας και κατάφερνε να μπανίσει καμία να γδύνεται.
Got a better definition? Add it!
5 comments
Vrastaman
Έχει ξανακαταχωρηθεί 2 φορές, Τοτινά, αλλά μη σε μέλλει, μα τον Τουτατή, συμβαίνει σε όλους μας!
GATZMAN
Κι είναι όμορφο να την ξαναμπανίζει κανείς
patsis
Το μπανίζω πήρε τη σημασία που δίνουμε σήμερα από το ουσιαστικό «τα μπάνια», επειδή παλαιότερα, πριν τα λεγόμενα μπεν-μιξ (τα μικτά μπάνια), οι άνδρες κρυφοκοίταζαν από μακριά τις γυναίκες. Μπάνιζαν κι έτσι «έκοβαν τα μπάνικα θηλυκά». Νίκος Βαρδιάμπασης, Ελευθεροτυπία, 27/07/2002. Βλ. το πλήρες άρθρο εδώ.
Galadriel
Διατου-μπανίζω γυναίκα τούμπανο (είπε και έπεσε νεκρή από την εγκεφαλική υπερπροσπάθεια).
vikar
Ο κυρ-Σαράντ απέκλεισε την προέλευση απ' τα μπέν-μίξτ (απ' την ίδια πηγή που χρονολόγησε και το ρεμπέτικο πρίν το 1870). Δείτε εδώ.