Χαμηλοτάτου επιπέδου, της εσχάτης υποστάθμης. Απαντάται στη φράση «λούμπεν προλεταριάτο».

Παράγωγο: λουμπεναριό.

Πάλι με το Βρασίδα και την Κούλα βγήκαμε και καταλήξαμε σε μια παρακμιακή ταβέρνα στις Κουκουβάουνες, που τραγούδαγε ένα σκυλί και η πελατεία ήτανε λες κι είχε βγει από τον Κορυδαλλό. Εντελώς λούμπεν κατάσταση μιλάμε.

Επιστροφή στις κλασικές αξίες "Λούμπεν" των Χατζηφραγκέτα. (από Khan, 19/02/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
baznr

Μιά από τις εσωτερικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής κενωνίας. Μέρος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να αποτελέσει επαναστατικό υποκείμενο, όχι μόνο λόγω έλλειψης ταξικής συνείδησης αλλά καί αδυναμίας σύνδεσης με το εργατικό κίνημα ένεκα της αναξιοπρεπούς γενικότερα στάσης και της παρακμιακής ηθικής υποστάθμης του.
Ο μέσος νεοέλληνας δηλαδή...

#2
GATZMAN

Σωστός ο ορισμός, δυνατό το σχόλιο
βλ. και προλεφτάριος

#3
poniroskylo

Η ενδιαφέρουσα λέξη είναι το λουμπεναριό ...

#4
xalikoutis

Κι όμως, η πιο χαρακτηριστικά ελληνική χρήση ήταν το «λούμπεν (μεγαλο-)αστική τάξη», βλ. αναλύσεις 17Ν κλπ... η αστική τάξη που δε φέρεται ως αστική τάξη (επενδυτικά) αλλά ληστρικά, κρατικοδείται κλπ...

#5
papalaozi

Από τη γερμανική λέξη lumpen που σημαίνει κουρέλι.

#6
MXΣ

Τσεκάρετε και το λματ φορ μορ ινφορμέισιον...

#7
iron

άσε που δεν είναι σλανγκ και δεν ξέρω γιατί το έχουμε εδώ. ή κι αν είναι, υπάρχει αλλού. θα πρότεινα και γω το λουμπεναριό του πονηρόσκυλου.

#8
Khan

«- Και τι σημαίνει λούμπεν;
- Ξεφτίλας στα μαρξιστικά»,

ο ορισμός που δίνεται στην ταινία «Η Φούσκα» του Νίκου Περάκη (2002) από τον Αλέξη Γεωργούλη.