Συναντάται και με την προσθήκη του «ντάλα μεσημέρι».

Χρησιμοποιείται ως εξής:

  1. Για να υποδηλώσει κοπιαστική έως εξαντλητική χειρωνακτική (και όχι μόνο) εργασία (παράδειγμα 1).

  2. Ως σεξουαλικό υπονοούμενο για το άγριο και αχαλίνωτο σεξ (παράδειγμα 2).

  1. - Μάστορα, αύριο έχουμε μπετά στην οικοδομή;
    - Ναι ρε. Βάρα μανέλα από το πρωί.

  2. - Κολλητέ, νομίζω ότι το παρακάνατε με τη Λουκία εχθές. Στο ρετιρέ ακουγόσασταν.
    - Τι να σου λέω. Τα είδα όλα. Βάρα μανέλα ντάλα μεσημέρι. Κλατάρισα. Λουμπάγκο έχω πάθει.

(από dimitriosl, 19/03/10)Μανέλα (από poniroskylo, 21/03/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
ΠΡΩΤΕΥΣ

Ωραίο! Η μανέλα κάπου παίζει στο βαπόρι, που δε μπορώ να θυμηθώ ακριβώς!
Παίζει να' ναι και ναυτο-καββαδιο-σλάνγκ

#2
dimitriosl

Είναι εξάρτημα που χρησιμεύει ως μοχλός σε εργαλεία (μουζόκλειδα, καρυδάκια κ.α.) Επίσης μανέλες έχουν τα χειρικίνητα βίτζια στα ιστιοφόρα.

#3
poniroskylo

Ο ορισμός του Τριανταφυλλίδη είναι διαφωτιστικός και ως προς την σημασία και ως προς την προέλευση της λέξης.

μανέλα η [manéla] O25α : η μανιβέλα. [βεν. manoela με αποφυγή της χασμωδίας.]

Για τη μανέλα στα ιστιοπλοϊκά, δες τη δεύτερη φωτό.

Δες εδώ και εδώ για τη χρήση της μανέλας στα παραδοσιακά ελαιοτριβεία.

Αλλά, η μανέλα έχει και μια άλλη σημασία - είναι το αρχαίο ανάφορον - αντιγράφω από το φόρουμ proz.com

αναφορέας, ανάφορον: ξύλινος κοντός για τη μεταφορά βαρών που αναρτώνται στο μέσον του και που οι δύο του άκρες στηρίζονται στους ώμους δύο ατόμων, αλλιώς μανέλα.

#4
dimitriosl

Σωστός ο πονηρός ο σκύλοςςςςςς !!!!