Πιστεύω αβίαστα κάτι που μου λένε, χωρίς να επαληθεύω μέσω πηγών ή επιχειρημάτων. Είμαι ευκολόπιστος.

Ο όρος αποτελεί κλασική, παλαιά σλανγκ, που χρησιμοποιείται συνήθως με την αντωνυμία «το» (το 'χαψα).

- Αλήθεια σου λέω. Μου είπε ότι αγόρασε σκάφος.
- Άντε ρε, μια μαλακία σου είπε για να σε δουλέψει και εσύ το 'χαψες!

Χαφ\'τον! (από Vrastaman, 15/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
patsis

Αυτός που τα χαύτει όλα: ο χαυτανάς.

#2
gaidouragathos

Όχι ο χαφτόλας;;;