Κανονικά είναι όρος της μαγειρικής (όχι αυτής εδώ της μαγειρικής, για όνομα), σλανγκιστί όμως ισοδυναμεί με το κάνω / καπνίζω ένα τσιγάρο.

— Νομίζω ήρθε η ώρα να πά να τσιγαρίσουμε μετά απο τόσο πήξιμο.
— Ε ναι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Vrastaman

Ο Bράσταμπόϋ χρησιμοποιεί την αντίστοιχη «πουρίζω» για τον υποφαινόμενο.

#2
Vrastaman

…αγνοώντας φυσικά το double entendre της εκφράσεως…

#3
iron

αχαχαχα, είναι αυτές οι καταπληκτικές μαλακίες που λένε τα μικρά και παραέξω, μπροστά σε όλον στον κόσμο (πχ στο λεωφορείο) και μας κάνουν ρομπίδια, αχαχαχχχα!!!

#4
Vrastaman

Να υποθέσω ότι αναφέρεσαι στο VB και όχι στον johnblack; :Ρ

#5
iron

α ναι, σαφώς!

#6
vikar

Το τσιγαρίζω ώς «καπνίζω», έχω την εντύπωση οτι στην Κύπρο λέγεται κανονικά.