Συχνά λέμε ή ακούμε την έκφραση: «το στόμα μου έγινε τσαρούχι», εννοώντας ότι έγινε στυφό, ξερό, σχεδόν πληγιασμένο.

Αυτομάτως ωστόσο ο συνειρμός είναι πώς το στόμα μας έγινε κάτι σαν παπούτσι, σκληρό, σαν σόλα. Είναι όμως έτσι; Αυτό εννοούσαν οι παλαιοί όταν έλεγαν «το στόμα μου έγινε τσαρούχι»; Για άλλη μια φορά τα πράγματα δεν είναι όπως ακούγονται και φαίνονται. Ένα παλαιό είδος υποδήματος (οθωμανικά: papuç / παπούτσι ) ήταν το çarık,το γνωστό μας τσαρούχι, το οποίο μοιάζει να συνηχεί με την ομοίως οθωμανική λέξη cariha που σημαίνει πληγή. Επομένως όταν οι παλαιοί έλεγαν: «το στόμα μου έγινε τσαρούχι / cariha», δεν εννοούσαν πώς έγινε παπούτσι, αλλά πώς ξεράθηκε, έγινε στυφό και πλήγιασε.

Το στόμα μου έγινε τσαρούχι, ξεράθηκε και ελλείψει σάλιου πλήγιασε...

...κι ας είναι και çarık. (από Vrastaman, 28/09/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Vrastaman

Παίζει και διαφορετική ερμηνεία. Όταν ο παππούς μου όταν έλεγε ότι κάποιος «έκανε το στόμα του παπούτσι» εννοούσε ότι ξεσκίστηκε στο να κατεβάζει γατοκέφαλα.

#2
D.S

Εντάξει , αλλά άλλο είναι αυτό που λές εσύ φιλε Vrastaman. Πρόκειται για παρ-ετυμολογία που μπορεί ο καθένας στο διάβα των αιώνων να δίνει διαφορτεική «σημαντική» στις λέξεις. Π.χ στα αρχαία: Αργός σήμαινε γρήγορος, π.χ η ΑΡΓΩ το γρήγορο πλοίο. Στο διάβα των αιώνων το αργός , από γρήγορος τελικά κατέληξε να σημαίνει τον όντως αργό. Το στόμα μου τσαρούχι είναι ουσιαστικά το στόμα μου cariha= πληγή. Το λένε και οι Τούρκοι και φυσικά οι επί οθωμανικής περιόδου Ελληνες και σημαίνει στην κυριολεξία το στόμα μου πλήγιασε και όχι ξεσκίστηκα στο φαϊ :-) βλ. σχετικά και Ηλία Πετρόπουλο . Στα βιβλία του το αναφέρει συνεχώς.

#3
Vrastaman

Ίσως και να πρόκειται για δυο διαφορετικές εκφράσεις, τσαρούχι / cariha η μια, παπούτσι / ροδάνι η άλλη.

Καλώς ήρθες στο σλανγκρρ, κάτι μου λέει ότι έχει πολλά να προσφέρεις :-)

#4
Vrastaman

Τώρα που το σκέφτομαι, ο παππούς έλεγε «έκανε το στόμα του παπούτσι», σαφώς άλλη έκφραση.

#5
vikar

Ποιά σκηνή ειναι αυτή με τον Κωνσταντάρα που ξυπνάει χανγκοβεριασμένος και λέει αυτό το πράμα ρε να πάρει;...

#6
salina

Πρέπει να είναι στο σπαγκοραμμένο (ριμέικ του ένα βότσαλο στη λίμνη) αλλά δεν είμαι σίγουρη και δεν βρίσκω και μήδι

#7
vikar

Ά, τα λέγαμε κι' εδώ.

#8
sarant

Ναι, αλλά το çarik και το cariha δεν συνηχούν και τόσο, το ένα είναι τσ- και το άλλο τζ-.

Η παρομοίωση του ξερού στόματος με είδος υπόδησης υπάρχει άλλωστε και με άλλες λέξεις. όχι ειδικά με το τσαρούχι, π.χ. Ρε Μήτσο μαλάκα ξημέρωσε, του φωνάζω, πάμε να δούμε αν έχει ανοίξει καμιά καφετέρια κι είναι το στόμα μου σαν παπούτσι. (από το phorum.gr), οπότε θαρρώ ότι ο Όκαμ μας αναγκάζει να δυσπιστήσουμε στην πρόταση αυτή.

Πολύ περισσότερο που υπάρχουν κι άλλες πολλές εκφράσεις με το τσαρούχι (π.χ. κοιμάται με τα τσαρούχια, με μισό τσαρούχι κτλ.), δεν είναι μια σπάνια λέξη στο φρασεολόγιό μας.

#9
vikar

Να μοιραστώ εδώ τη δικιά μου αυθόρμητη κατανόηση της φράσης: τσαρούχι ή παπούτσι, όπως μετά απο πορεία σε λασπωμένους δρόμους (ειδικά τα παλιά τα χρόνια). Η αίσθηση στο στόμα είν' η ίδια. Όποιος ξέρει απο ξενύχτια, τσιγάρα, ποτά και λοιπά κυριαζίδικα, νομίζω τό 'χει αυτό.

#10
PUNKELISD

Γιατί, πρέπει να ξέρει κανείς από ξενύχτια κ.λπ. για να «το 'χει» με τα λασπωμένα παπούτσια; :P

#11
vikar

Όχι βρ' αδερφέ, σάμπως κι' εγώ ξέρω;... Έτσι αυθόρμητα το είπα.

#12
salina

Δεν εννοούσες δηλαδή ότι όποιος την νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί;