Μονάδα μέτρησης της λούγκρας που κρύβει κάποιος μέσα του. Αυξημένη πουστόζη δείχνει άτομο ασυνειδητοποίητο ως προς τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Δίχως το γνώθι σαυτόν, ως μικροτσούτσουνος, αναζητά φαλλικά υποκατάστατα με σκοπό να καταφέρει τη διείσδυση στο νιμού.
Πρωτακούσθηκε από τον σλάνγκαρχο Τζιπάκο.

- Σήμερα ήρθα στη δουλειά με την τζιπάρα μου. Λόγω αυξημένης πουστόζης ήταν ο μόνος τρόπος να σινιάρω τη γραμματέα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Khan

Πολύ πουστόζικο το βρίσκω!

#2
Khan

Μια χαρακτηριστική χρήση εδώ: «Ένα κομμάτι (ας πούμε) από τα οιστρογόνα είναι και η οιστραδιόλη, όπου εγώ την ονομάζω και »πουστόζη«».

#3
σφυρίζων

Πουστόζει οιστογόνων!