Αυτός που γουστάρει να την τρώει. Αυτός που αρέσκεται σε υψηλά μακρόστενα και ζουμερά πράγματα.

Το μελώνει το μελομακάρονο.
Το τρίβει το πιπέρι.
Το γυαλίζει το πόμολο.
Και όλα τα συναφή...

Βλ. λουγκρητία, λούγκρα, όπου και παραδείγματα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified