Σκλάβος του αιδοίου.
Βλ. μουνόδουλος, μουνοτρέχας.

Ο μουνοείλωτας βρήκε την Κλεοπάτρα και χαίρεται ο μαλάκας.

Σχετικά: μουνοσαλιάρης, πουτόπιστος, χαζομούνης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
GATZMAN

Αλλο μουνοείλωτας κι αλλο μουνιλοτας

#2
tzot

Το «μουνείλωτας» είναι πιο εύηχο.