Σημαίνει εντελώς, όλως δι' όλου, τελείως, τελειωτικά, αποτελειωμένα, τερματισμένα. Περιγράφει μια περαιωμένη κατάσταση που δεν επιδέχεται μετατροπή, βελτίωση, εξέλιξη η αλλαγή, κάτι που δεν πάει παρακάτω η πιο πέρα. Προέρχεται από το τούρκικο dip που σημαίνει πάτος, πυθμένας. Το γλυκό "καζάν ντιπί" σημαίνει κατά κυριολεξία: ο πάτος του λέβητα. Χρησιμοποιείται σκέτο αλλά και διπλό, με ενδιάμεσα το "για" η το "κατά", προς έμφαση.

  1. Δεν καταλαβαίνω ντιπ.
  2. Αυτός είναι ντιπ για ντιπ τρελός.
  3. Είναι μαλάκας ντιπ κατά ντιπ.

Got a better definition? Add it!

Published

#1
vanias

Σωστός. Κατά πως τα ξέρω,η γνήσια φράση είναι καζαν΄ίν ντιμπί. επηρεάζει η γενική πτώση του "καζάν" το "ντιπ" κι έτσι προκύπτει ένα ακατανόητο υπό ελληνικά στάνταρντς μόρφωμα γενικο-αιτιατικής που μεταφράζεται ως "του καζανιού τον πάτο " και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις πτώσεις, όπως λ.χ το απαρέμφατο.

Επειδή η άχρηστη πληροφορία δεν τελειώνει ποτέ, το -p είναι σκληρό και τρέπεται στο μαλακότερο -b στην αλλαγή της πτώσης (το "ντιπ" στην ονομαστική έγινε "ντιμπί" στην αιτιατική) , όπως αντίστοιχα το -t γίνεται
-d, το -τζ (c) γίνεται τς (ç). Αυτά που για μας είναι δίφθογγοι, δια τους Τούρκους είναι μαλακότεροι ήχοι.

Στην γείτονα χρησιμοποιείται με παρόμοιο τρόπο πχ ανταμίν ντιμπί (ο πυθμένας της αντρίλας), απταλίν ντιμπί (της ηλιθιότητας), σαν να λέμε εδώ "τέρμα άντρας" και "τέρμα ηλίθιος"

Δέον να μην συγχέεται με το μπίτι μάλλον εκ του bitiriyorum (τελειώνω) ή εκ του bit (ψύλλος) αν και στην Πελοπόννησο έχω ακούσει πολλάκις να εξανίσταται γηγενής λέγοντας "μα είσαι μπίτι μαλάκας" που ακούγεται συγγενές με το "ντιπ μαλάκας"