Further tags

Προέρχεται, σύμφωνα με βικιπαίδεια, απο την περσική λέξη sharbat (شربت) που σημαίνει ποτό με νερό και ζάχαρη.

Υπάρχουνε διάφορες παραλλαγές της λέξης στα αραβικά και τουρκικά με παραπλήσιες η συναφείς ερμηνείες.

Σε μας χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει:

  1. Εμφατικά, κατι το υπερβολικά γλυκό στη γεύση.
  2. Στο πληθυντικό αριθμό μπορει να σημαίνει έντονες και διαχυτικές ερωτοτροπίες.
  3. Σε περίπτωση γρονθοκόπησης, μαζί με το ρήμα παίρνω σημαίνει αιμορραγία.
  1. Θεσσαλονικιός:-αμάν βρε παιδάκι μου, πολυ ζάχαρη μ' έβαλες στον καφέ. Σερμπέτι τον έκανες.
  2. -καθίσανε λοιπόν οι δυο τους στο παγκάκι κι αρχίσανε τα σερμπέτια (τις γλύκες).
  3. -του τραβάει ενα μπουνίδι και τον πήρανε αμέσως τα σερμπέτια.

Got a better definition? Add it!

Published

Έκφραση που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει, οτι βρέχει πολύ, βρέχει ραγδαία, νεροποντή, κατακλυσμιαία βροχή.

Γκιούμι, από το τουρκικό güğüm, είναι η μεταλλική, χάλκινη (μπακιρένια), επικασσιτερωμένη (γανωμένη) η και αλουμινένια καρδάρα η κανάτα, με χερούλι και καπάκι (κατά κανόνα με μεντεσέ), που χρησιμοποιείται για οικιακή χρήση, ως μέσο για μεταφορά, βρασμό, αποθήκευση υγρών, κυρίως νερού η γάλακτος.

Παρόμοιες εκφράσεις: ρίχνει με το τουλούμι, ρίχνει καρεκλοπόδαρα, ανοίξανε οι ουρανοί.

-Καλά που πρόλαβα να μπω. Εξω ρίχνει με το γκιούμι.

γκιούμι (güğüm)

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι το κιτρικό οξύ η αλλιώς ξινό, που χρησιμοποιείται συνήθως στη μαγειρική και πωλείται σε μορφή κόκκων άλατος. Τουζού (tuzu) στα τούρκικα σημαίνει αλάτι. Ενώ toz σημαίνει σκόνη. Απανταται και με τις δυο εκδοχές.Λιμόντουζου η λεμόντουζου αλλά και σαν λιμόντοζου , λεμόντοζου.

Μαμά στη κόρη:-πετάξου μέχρι τον μπακάλη και αγόρασε μου ένα φακελάκι λεμόντουζου, θέλω να φτιάξω γλυκό.

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι ο στραγαλατζής, ο πωλητής στραγαλιών η φθηνών λαϊκών ξηρών καρπών γενικότερα όπως σπόρια φιστίκια αλλά και αμύγδαλα, φουντούκια, καρύδια, φιστίκια Αιγίνης κλπ. Κατά κανόνα προσδιορίζει τον πλανόδιο πωλητή. Επάγγελμα του παρελθόντος που τείνει να εκλείψει. Ο λεμπλεμπιτζής είτε κρατούσε καλάθι είτε διέθετε τροχήλατο θερμαινόμενο με κάρβουνα πάγκο-προθήκη για να τα διατηρεί ζεστά, εξ ου και το φουγάρο που προεξείχε και έβγαζε καπνό ερεθίζοντας ευχάριστα την όσφρηση των υποψήφιων πελατών. Σερβίριζε σε αυτοσχέδια χωνάκια που δημιουργούσε επί τόπου από χαρτί. Από το τούρκικο leblebi που σημαίνει στραγάλια, "ελληνιστί" και λεμπλεμπιά.

  1. Τώρα που θα περάσει ο λεμπλεμπιτζής, πες μου να σου αγοράσω μισό ευρώ φιστίκια.
  2. Πολύ μ αρέσουν τα ζεστά λεμπλεμπιά, αλλά χάθηκαν πια οι λεμπλεμπιτζήδες.

Got a better definition? Add it!

Published

Σημαίνει εντελώς, όλως δι' όλου, τελείως, τελειωτικά, αποτελειωμένα, τερματισμένα. Περιγράφει μια περαιωμένη κατάσταση που δεν επιδέχεται μετατροπή, βελτίωση, εξέλιξη η αλλαγή, κάτι που δεν πάει παρακάτω η πιο πέρα. Προέρχεται από το τούρκικο dip που σημαίνει πάτος, πυθμένας. Το γλυκό "καζάν ντιπί" σημαίνει κατά κυριολεξία: ο πάτος του λέβητα. Χρησιμοποιείται σκέτο αλλά και διπλό, με ενδιάμεσα το "για" η το "κατά", προς έμφαση.

  1. Δεν καταλαβαίνω ντιπ.
  2. Αυτός είναι ντιπ για ντιπ τρελός.
  3. Είναι μαλάκας ντιπ κατά ντιπ.

Got a better definition? Add it!

Published

Από το τούρκικο kümes, δηλαδή ένας κλειστός χώρος στέγασης και εκτροφής για πουλερικά, Π.χ. το κοτέτσι (tavuk kümes) που φιλοξενεί όρνιθες (κότες).

Όσοι εκτρέφουν περιστέρια χρησιμοποιούν κατά κόρον αυτή τη λέξη για τον χώρο στέγασης των πτηνών τους.

Πιο ορθά και ολοκληρωμένα η έκφραση είναι:"από καλό κουμάσι".

Αρχικά αναφέρεται μεταφορικά και με θετική σημασία για υγιές, θαλερό και ικανό πτηνό από καλή γενιά και καλόν εκτροφέα.

Όταν όμως αναφέρεται για άτομο τότε η έκφραση έχει αντίθετη, ειρωνική, μεταφορική σημασία, υπονοώντας απαξιωτικά και με αρνητική επισήμανση άνθρωπο με κακή προέλευση, καταγωγή και παρελθόν, δόλιο, πονηρό, πανούργο κλπ

Α:-τον είδες τι έκανε? Ακόμα δεν πάτησε το πόδι του κι άρχισε τις πονηριές. Β:-άσε, τον ξέρω από παλιά. Είναι καλό κουμάσι και του λόγου του.

Got a better definition? Add it!

Published

Βασικά είναι o εντελώς αφρόντιστος, ατημέλητος. Όμως με την εξασύλλαβη έμμετρη σύνθετη αυτή λέξη, που τη λες και γεμίζει το στόμα σου, περιγράφεται-χαρακτηρίζεται γλαφυρά, χορταστικά, έντονα απαξιωτικά και με έμφαση και ο τιποτένιος, ο κουρελής, ο κακομοίρης, ο αποτυχημένος, ο περιθωριακός, ο προβληματικός κλπ.

2 μόρτισσες συζητούν:- Τι να σου λέω φιλενάδα? πήγα τις προάλλες στον χορό που λέγαμε, μπας και βρω κάναν άντρα της προκοπής, αλλά μόνο κάτι ξεπαρταλιασμένοι ήσαν εκεί.

Got a better definition? Add it!

Published

Γενικά Όρος που γίνεται χρησιμοποιείται , κυρίως στο χώρο των nerd , για να χαρακτηρίσει ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή όταν αυτό αντικειμενικά η υποκειμενικά.

Ετυμολογία Προέρχεται απο το ουσιαστικό '' πρόγραμμα '' το οποίο είναι η μετάφραση του αγγλικού software στο ελληνικά και το προσδιορισμό '' κουρσούμι ''το οποίο προέρχεται απο το τούρκικο kurşun το οποίο σημαίνει μόλυβδος.

Ερμηνεία Ο μόλυβδος ως γνωστών πρόκειται για ένα απο τα λεγόμενα βαριά μέταλλα , για αυτό το λόγο και έγινε ο συσχετισμός μεταξύ του μολύβδου , και κάποιου software το οποίο τυγχάνει να είναι βαρύ.

Το μέταλλο το οποίο έδωσε το όνομα του στον όρο

Χρήσεις

  • Αντικειμενικά όταν ένα πρόγραμμα σε γενικές γραμμές είναι βαρύ , για παράδειγμα το kodi ή το Adobe photoshop.Το μέγεθος αυτών των προγραμμάτων , ανεξάρτητα απο το χώρο ο οποίος διατίθεται στο σκληρό δίσκο είναι αρκετά μεγάλο

Ναι μη κατηγορείς το laptop σου το Adobe Photoshop είναι πρόγραμμα-κουρσούμι , λογικό να κολλάει λίγο , αφού ήθελες τα επαγγελματικά εγώ σε έλεγα , βάλε κάνα open source

Το πολύ γνωστό πρόγραμμα-κουρσούμι

  • Επίσης χρήση του όρου γίνεται και υποκειμενικά όταν ένα πρόγραμμα μπορεί να μην είναι πολύ βαρύ αλλά ο υπολογιστής να είναι παλιάς τεχνολογίας ή απλά με χαμηλά χαρακτηριστικά και απλούστατα άρα να δυσκολεύεται να το διαβάσει.

Το παλιό p.c. του πατέρα μου με τα x.p. δε μπορεί ούτε το ταπεινό gimp να σηκώσει ! p.c. για το οποίοι πολλά είναι κορσούμια

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που κάνει τσαλίμια. Από το τουρκικό çalım που σημαίνει προσποίηση ή επίδειξη. Τον τσαλιμακά προσδιορίζουν και οι δύο αυτές ιδιότητες. Είναι ο κολπατζής, παιχνιδιάρης - λαδοπόντικας και φτηνιάρης τύπος που εποφθαλμιά κάθε είδους αρπαχτή ενώ ταυτόχρονα είναι ψώνιο και ιστορίας - όλο κομπάζει και σε πειράζει. Ο τύπος χρωστάει της Μιχαλούς αλλά κυκλοφορεί με μερτσέντα. Συνήθως βρίσκεται μεταξύ χωριού (εκεί δηλαδή που τον παίρνει να πουλάει φούμαρα) και πόλης (για να το παίζει πετυχημένος-προχώ-πρωτευουσιάνος) , ενώ τις παλιές καλές εποχές τσίμπαγε και κάνα διακοποδάνειο να πάει για καφέ στο Μιλάνο για τη μόστρα.

Το συγκεκριμένο παρατσούκλι θα μπορούσε κάλλιστα να καταλήξει σε επίθετο, εάν δεν υπάρχει ήδη.

-Πάρε ρε τον Γιώργο τον τσαλιμακά να του πεις ότι κατεβαίνουμε χωριό.
-Εδώ είναι ρε, πούλησε σ' έναν αγρότη ένα οικόπεδο που 'ναι μπλεγμένο στα δικαστήρια, πήρε τα λεφτά και τώρα κρύβεται.

τσαλιμακάς

Got a better definition? Add it!

Published

Έτσι λέγεται η χρεωκοπία, η πτώχευση, η οικονομική καταστροφή, η μεγάλη οικονομική ζημιά, από κακή η από μη συνετή οικονομική διαχείριση. Από το τούρκικο μπατμά (batma) που σημαίνει ναυάγιο.

Ο πατέρας προς τους γιους του που έχουν αναλάβει πρόσφατα τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης:-Λεβέντες μου περικοψτε τα έξοδα γιατί θα πάθουμε κάνα μπατμά. λεζάντα εικόνας

Got a better definition? Add it!

Published