Είναι το κιτρικό οξύ η αλλιώς ξινό, που χρησιμοποιείται συνήθως στη μαγειρική και πωλείται σε μορφή κόκκων άλατος. Τουζού (tuzu) στα τούρκικα σημαίνει αλάτι. Ενώ toz σημαίνει σκόνη. Απανταται και με τις δυο εκδοχές.Λιμόντουζου η λεμόντουζου αλλά και σαν λιμόντοζου , λεμόντοζου.

Μαμά στη κόρη:-πετάξου μέχρι τον μπακάλη και αγόρασε μου ένα φακελάκι λεμόντουζου, θέλω να φτιάξω γλυκό.

Got a better definition? Add it!

Published

#1
iwn

[λεμοντουζου][2]

#2
iwn

λεμόντουζου

#3
donmhtsos

Τὸ ἔχω ἀκούσει καὶ λεμὸν τουζούρ.

Προφανῶς παρετυμολογία ἀπὸ τὸ γαλλικὸ toujours.

#4
dryhammer

Και η εκδοχή "λεμόν' του ζου" (το ζο , του ζου κλπ) και όχι της ζας (η ζα της ζας). [Στη λογική πως η ζα σε κάνει ζο]