Αυτός που επεξεργάζεται το πετσί του, δηλαδή που αυνανίζεται. (Δες).
Από όταν χώρισε, έχει γίνει βυρσοδέψης από το πολύ ξεπέτσιασμα.
Got a better definition? Add it!
Published 2024-04-16 13:28:57+00:00
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
0 comments