Further tags

Ο εξελληνισμένος γιέσμαν. Απλό, σαφές, κατανοητό.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ύπαρξη του όρου σε ομώνυμο άρθρο της Μυτιλιναίας εφημερίδος "Σάλπιξ" (μη γελάτε ρε), την 31η Οκτωβρίου του 1920.

Με 156 ναι οι «ΒΟΛΕΜΕΝΟΙ ΜΑΛΙΣΤΑΝΘΡΩΠΟΙ», έδωσαν την χαριστική βολή στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και το τελειώνουν. (Νίκος Νικολόπουλος, εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published

O δειλός, που τρέμει.

  1. Δέχτηκε συμβιβασμο, ως τρεμολάζαρος, αντι να προσφύγει στο Ευρ.Δικαστήριο. Αυτή είναι η αλήθεια. Τα υπόλοιπα προχειρότητες και άγνοια. (Εδώ).
  2. eimai k tremolazaros. Βλέπω στρώματα,τυλίγουνε,καπνού το δωμάτιο και καταλύγουν να καταβροχθίζουνε το νού.. (Χιπ Χοπ).
  3. στα 8 την ειχα. σαν τρεμολαζαρος ειναι ωρες ωρες. (Σκρουτζ).

Got a better definition? Add it!

Published

Σλανγιωτατισμός για τον αυνανισμό.

Η Τζέσικα πεομαλάσσει στο πριβέ με ένα εξτραδάκι.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυνανίζομαι. (Δες).

Φαλλομυζεί όλη μέρα, θα τυφλωθεί.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο αυνανισμός ως εργόχειρο, κέντημα κ.ο.κ.

Έπαιξε δεξιοτεχνία. (Δες).

Got a better definition? Add it!

Published

Μεταφορά για το πέος.

Το έχει κατσιάσει το σελφοκόνταρό του από το πολύ τάκα-τάκα.

Got a better definition? Add it!

Published

Το λέει κι η λέξη είναι η νοσταλγία της χούντας των συνταγματαρχών του 1967-1974.

  1. Και στην τελικη τι προτεινεις? Ενταξει ολα αυτα που γραφεις αλλα ''χουντικο κομμα'' σημερα δεν υπαρχει. Επισης κανει μπαμ (το εχω αποδειξει) οτι εισαι βαμμενος ΝΔ και γουσταρεις ΧΑ αλλα θα κανω τον χαζο και θα σε ρωτησω τι προτεινεις για το σημερα. Χρονομηχανη για να γυρισουμε στο μαγεμενο 67 δεν υπαρχει. Το δια ταυτα πες μας απο ολη αυτην την χουντονοσταλγια. Να αναλαβει κανενας συνταγματαρχης παλι? (Ελεύθερο)
  2. Ίσως να είναι zoomer κ να μην ξέρει ότι υπήρχε χουντονοσταλγια στα 90s :D Τότε άκουσα κ πρώτη φορά τις πολύ γνωστές φράσεις "ένας Παπαδόπουλος χρειάζεται" "α ρε Παπαδόπουλε" "που είσαι Παπαδοπουλε" κτλ. Ακόμα κ από τύπους που πρακτικά δεν έζησαν τη χούντα. (Πχόρουμ).
  3. Κεφάλαιο, βιομήχανοι, ΣΕΒ, μίζες, διαπλοκή, στρατός, ΜΑΤ, ανήκουμε εις την Δύσιν, πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, βασιλονοσταλγία, χουντονοσταλγία, ευρώ κι ας τρώγαμε και πέτρες, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας και χαιλ. (Μακελειό).

Got a better definition? Add it!

Published

Στα καλιαρντά σημαίνει αυνανίζομαι, ως ένα εργόχειρο που το κάνει κανείς μοναχός του.

Βουέλει μουντζά και καλογεροκεντάει.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυνανίζομαι.

Πήρε θεματάκι από την παραλία και τον έχει αβγοκόψει.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που επεξεργάζεται το πετσί του, δηλαδή που αυνανίζεται. (Δες).

Από όταν χώρισε, έχει γίνει βυρσοδέψης από το πολύ ξεπέτσιασμα.

Got a better definition? Add it!

Published