Στην κυριολεξία αυτός που κατά την ερωτική συνεύρεση δεν έχει αρκετή στύση. Μεταφορικά χρησιμοποιείται ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός.
- Αυτόν τον καιρό είμαι πολύ ντεκαυλέ...
- Τι, δεν γαμάς καθόλου;
- Γαμάω μωρέ, αλλά είμαι μαλακοκαύλης.- Κοίτα τον Γιώτη, πάλι σε γκόμενα την πέφτει! - Τι πηγαίνει μωρέ ο μαλακοκαύλης; Αφού όλο χυλόπιτες τρώει!
1 comment
earendil_ath
Ανήκει στα εις -καύλης, που σημαίνουν γενικά κάποιον χαρακτηρισμό για άντρα