Πολύ κρύο, ψοφόκρυο.
Σήμερα έχει πουτσόκρυο και φυσάει. Δεν πάω πουθενά.
Κι άλλα για πολύ κρύο: γίνομαι αρχαίος, δάγκωσα τ' αρχίδια μου, δάγκωσα το καβλί μου, δαγκώσει, τον / την έχω, κάνει κρύο, καιρός για τρίο, Λος Ψόφος, μπιλοζίρια, ξυλιάζω, τσόκρυο, τα αρχίδια μου έχουν γίνει φακές, τουρτουρίζω, τσάφι, ψόφος, ψωλόκρυο
Got a better definition? Add it!
12 comments
vikar
Λέμε και ψωλόκρυο.
Hank
Αρχιμήδεια, πάντως, είσαι!
GATZMAN
Πουτσόκρυο που ξηγάει το ευρωπαϊκό όνειρο!
Hank
μην είναι η οικονομική κρίση;
GATZMAN
ΑΧΑ
iron
φχαστώ παιδιά για τα μυδια, χαχαχα!
allivegp
Στα ποδανά, και «τσόκρυοπου».
iron
πολύ δύσκολο μου ακούγεται... κι άμα κάνει κρύο και είναι παγωμένα τα χείλη...
GATZMAN
Α... γεια σου
patsis
Για το πολύ κρύο λέγεται και η έκφραση «κόβει καρφιά» ή «κόβει καρφοπέταλα» (λεξικογραφημένο, π.χ. εδώ).
deinosavros
Εν έτει 87-88 στην Κρήτη το είχα ακούσει και ως καυλόκρυο.
Khan