Οταν κάποιος είναι ανίκανος, άχρηστος ή γενικά ανεπρόκοπος σαν να έχει καεί από φωτιά. Κυκλαδίτικος ορος.
— Τον πήρε 25 λεπτά να αδειάσει το τασάκι, ενώ εμείς περιμέναμενε!! — Ε τον μαλάκα τον φωτιοκαμένο...
Got a better definition? Add it!
Published 2008-04-18 08:32:59+00:00 Last modified 2015-05-25 20:22:03+00:00
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
0 comments