Further tags

Χρησιμοποιείται κατά κόρον σε χωριά της Εύβοιας (στην περιοχή γύρω από την Κύμη μέχρι το Αλιβέρι) και σημαίνει, ανάλογα με την περίπτωση:

  1. τρομαγμένος, ξαφνιασμένος
  2. ατσούμπαλος, που κινείται νευρικά και σπασμωδικά
  1. Γύρισε χθες αργά στο σπίτι ο Γιάννης φταρωμένος, λες και είδε φάντασμα.
  2. Πρόσεχε ρε φταρωμένε, θα σπάσεις όλα τα ποτήρια!

Απαντάται και το ρήμα φταρώνομαι, κυρίως στον αόριστο στα 3 πρόσωπα του ενικού:

Ρε μαλάκα πως μπαίνεις έτσι απότομα, φταρώθηκα!

Got a better definition? Add it!

Published

Τὰ ἄγρια χὸρτα ὑπῆρξαν ἀπὸ πολὺ παλιὰ βασικὸ στοιχεῖο τῆς διατροφῆς μας, ἰδιαίτερα στὶς δύσκολες ἐποχὲς. Οἱ ὀνομασίες τους εἶναι ἴδιες ἤ παραπλήσιες σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Στὸ λῆμμα αὐτὸ παρουσιάζονται οἱ ὀνομασίες τῶν πιὸ συνηθισμένων ἄγριων χόρτων τῆς Κύθνου ποὺ εἶναι:

ἀτσόχοι,ἀλετρίδες, γαλατσίδες, μουναρίδες, ἀλιβαρβάροι καὶ πορίχια ἤ τσιμπητά.

Κάθε συνεισφορὰ, συμπλήρωση ἤ διόρθωση εἶναι εὐπρόσδεκτη.

ἀτσόχοι ή ζοχοί

Ἐπιστημονική ὀνομασία Sonchus oleraceus (Σόγχος ὁ λαχανώδης) ἐδῶ

ἀλετρίδα ἤ ἀλεντρίδα

Ἐπιστημονική ὀνομασία Ηymenonema graecum. Τὸ ἀγαπημένο χόρτο καὶ τῶν Συριανῶν ἐδῶ

Γαλατσίδα

Ἐπιστημονικὴ ὀνομασία Reichardia picroides ἐδῶ

μουναρίδα

Ἐπιστημονικὴ ὀνομασία Hypochoeris achyrophorus ἐδῶ

ἀλιβάρβαροι

Ἐπιστημονικὴ ὀνομασία Centaurea raphanina sbsp mixta. ἐδῶ

πορίχια (βροῦβες) ἤ τσιμπητὰ (sinapis nigra)

Βροῦβες, πορίχια, τσιμπητὰ: Ὑπάρχουν ἀρκετὰ χόρτα ποὺ ὀνομάζουμε «βροῦβες» καὶ ποὺ ἀνήκουν στὰ γένη Sinapis (σινάπι), Sisymbrium (σισύμβριo) καὶ Erysimum (ἐρύσιμο). Ὀνομάζονται πορίχια τὸ φθινὸπωρο καὶ τὸ χειμώνα πρὶν "ξεβλαστήσουν" καὶ τσιμπητὰ ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ κόβονται, σὰν νὰ τσιμπᾶμε τοὺς πολὺ τρυφεροὺς βλαστοὺς, ποὺ βλασταίνουν τὴν ἄνοιξη. ἐδῶ.

Πῆα στὴ νοτινὴ μας κι ἔβγαλα χὸρτα. Εἶχε ἀπ' οὗλα: Ἀτσόχους,ἀλετρίδες, γαλατσίδες, μουναρίδες, ἀλιβαρβάρους καὶ πορίχια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειδικό ξύλινο ράφι αποκλειστικά για το ψωμί, κρεμασμένο από δύο σκοινιά όπου ήταν δεμένα στις ξύλινες τράβες της οροφής ή σε τοξοειδές σημείο του σπιτιού. Το λένε στη Μύκονο. Πιθανόν βόλτο ήταν κανονικά το τοξοειδές σημείο και όχι το ίδιο το ράφι. Διότι βόλτο λένε στη Κέρκυρα το κάθε τοξοειδές σημείο σε ένα σπίτι. Σήμερα που όλοι στη Μύκονο αγοράζουν ψωμί από τους φούρνους η λέξη δεν χρησιμοποιείται έτσι, μα μόνο σε συγκεκριμένη έκφραση:

Να 'ταν ψωμιά στο βόλτο...

Το λένε σε άνθρωπο που δεν κάνει κάτι κάπου, παρόλο που μπορεί να το κάνει. Με την έννοια του αν αυτό που του είπαν να κάνει ήταν να φάει το ψωμί από το βόλτο θα το έκανε.

- Θα κατέβουμε για νυχτερινό μπανάκι στη θάλασσα, με μια φίλη μου Σλοβάκα και μία φίλη της που είναι ελεύθερη, θα 'ρθεις;
- Μπάαα, που να 'ρχομαι τώρα ψηλέ μου, βαριέμαι!
- Να 'ταν ψωμιά στο βόλτο θα ερχόσουνα. Κάτσε σπίτι να τον παίζεις. (κλακ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειδικό μεταλλικό σκεύος σαν μεγάλο γιογιό που κρατούσαν με το χέρι πίσω και κάτω από το κώλο του βοδιού του κατά το αλώνισμα του σταριού στα κυκλαδονήσια ώστε να μην χέσει το βόδι μέσα στο στάρι. Το άκουσα στη Μύκονο. Ειρωνικά έτσι λένε και το γιογιό.

Έχει και άλλες χρήσεις:

Πιτσιρικάς δίνει χειραψία σε πιτσιρικά, και του λέει ο άλλος:

-Πρώτη φορά πιάνω σκατά στα χέρια μου!

- Ε, φαίνεται θα 'σαι καινούριος βουϊδοχέστης.

Got a better definition? Add it!

Published

Η φλιτζάνα, η κούπα. Από το σλάβικο/ρωσσικό чашка (προφέρεται το ίδιο). Σε χρήση σε πολλά μέρη της Ελλάδας: χωριά του νομού Δράμας, χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, στα Ψαρά, στην Ιθάκη, Πιθανών και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Μάλλον δάνειο από τα σλαβομακεδόνικα ή τα βουλγάρικα που πέρασε στα ελληνικά στη βόρεια Ελλάδα. Στα Ψαρά πιθανών ήρθε από τους έποικους από την ηπειρωτική Ελλάδα που τα εποίκισαν κατά το μεσαίωνα. Μοιάζει επίσης με το ουγγρικό csésze (προφέρετε τσίσε με μακρόσυρτο το δεύτερο "σ") που σημαίνει κύπελο (όχι το αθλητικό).

-Να στον κάνω διπλό στη τσάσκα τον καφέ;

-Όχι, μονό. Στο φλιτζάνι.

Επίσης εδώ και εδώ

Got a better definition? Add it!

Published

Το φόρτωμα σαν φορτίο σε αμάξι αγροτικό. Η λέξη συναντάται στα νησιά του Β.Α Αιγαίου.

Τρία μαξούλια σταφύλι πήγα για πάτημα.

Βλ. και ρεφούζι / ροφούζι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επίτηδες, σκοπίμως. Από το ταυτόσημο (και πολύσημο) τουρκ. mahsus.

Το βρίσκω στη ντοπιολαλιά της Λέσβου, και μάλλον παίζει / έπαιζε και Βόρεια Ελλάδα, αν κρίνουμε από την καταγωγή του συγγραφέα του β' παραδείγματος. Ενστικτωδώς μου κάνει κάτι αποχρώσεις παλιομοδίτικης, κλασικής αστικής αργκό. Σαν το ταραφιντάν που είχα γράψει παλιότερα. Ας πει όποιος ξέρει.

«Βρε…το ʹκανα…επίτηδες… (…)»
«Βρε, τι επίτηδες και μάξους ! Δε σε βλέπαμε που ξεφύσαγες ίδιο παπόρι της στεριάς ;» «Μαξούς» σημαίνει «επίτηδες», όπως λέει κι εδώ.

Από διαδικτυακή συζήτηση.

Σήκωσα το σάκο με το 'να χέρι, τον πέταξα στην προκυμαία κι ύστερα μ' ένα λεβέντικο σάλτο βρέθηκα κι εγώ πάνω στο τσιμέντο. 'Ημουν πιά στη φυλακή! Σήκωσα τα μανίκια μου, έτσι μαξούζ, για να φαίνεται το τατουάζ που είχα στον αριστερό μου βραχίονα κι ύστερα με μιά κίνηση χαμάλη ή μπετατζή ή φορτοεκφορτωτή, ανθρώπου σκληρού δηλαδή και μαθημένου, άρπαξα το σάκο, το φόρτωσα στον ώμο μου και προχώρησα προς την έξοδο του λιμανιού όπου ήταν και η πρώτη σκοπιά.

Γιώργος Κάτος «Τα καλά παιδιά» (εκδ. Καστανιώτης 1992, α' έκδοση 1980).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τὸ παχνὶ, ἡ ταΐστρα τῶν ζώων στὴ ντοπιολαλιὰ τῆς Κύθνου. Παλιὰ τὶς ἔκαναν χτιστὲς ἀπὸ πέτρα, σὰν γοῦρνες, χρησιμοποιώντας πλάκες ἀπὸ σχιστόλιθο, τὸ χαρακτηριστικὸ πέτρωμα σὲ πολλὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων.

Ἀπὸ μιὰ σύντομη ἔρευνα στὸ γούγλη διαπίστωσα πὼς χρησιμοποιεῖται (σὲ διάφορες παρεμφερεῖς μορφὲς) καὶ ἀλλοῦ:

"μαντζαόρα [1709], μαντζαδούρα [1709], ματζαδούρα, μαντζαντούρα, ματζιαδούρα, μαζιαούρα, μανιαδούρα :αμαντζαδούρα, αματζαδούρα, παχνί". ἐδῶ

Ἐτυμολογία: ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ mangiatoia ἐδῶ

"Ντὲ παλιόπραμα, ντὲ" ἀνεφώνησεν ὁ γέρων αἰπόλος, ταυτοχρόνως καταφέρων ἰσχυροὺς ραβδισμοὺς ἐπὶ τῶν νώτων τοῦ ὄνου ἐφ' οὗ ἐπέβαινεν.

"Οὕλη τὴ βδομάδα στὴ ματζαδούρα, Σαββάτο βράδυ στὴ πούντα", συνέχισεν, ἐλεεινολογῶν τὸ ζῶον διὰ τὴν συνήθειαν, τὸ ἔνστικτόν του μᾶλλον, "νὰ παίρνει τὰ βουνὰ", ὁσάκις ὁ πολιὸς πρεσβύτης εἶχεν χρείαν αὐτοῦ.

αἰπόλος: βοσκὸς

πούντα: πλαγιὰ, ἀλλὰ καὶ ἀκρωτήριο στὴ ντοπιολαλιὰ τῆς Κύθνου, προερχὀμενη ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ punta: ἄκρο, αἰχμὴ, ἀκρωτήριο.

πολιὸς: ἀσπρομάλλης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περγάζω: ὀργώνω μὲ τὴν ἀξίνα ἐδῶ, στὴ ντοπιολαλιὰ τῆς Κύθνου. Μετὰ τὴ σπορὰ καὶ τὸ ὄργωμα (ζευγάρισμα στὴ ντοπιολαλιὰ) οἱ ἀγρότες ἔπαιρναν τὴν ἀξίνα καὶ ἔσκαβαν τὶς ἄκρες τοῦ χωραφιοῦ, ὅπου δὲν ἔφτανε τὸ άλέτρι γιὰ νὰ σκεπάσουν τοὺς σπόρους (στὴν Κύθνο πρῶτα ἔσπερναν καὶ μετὰ ὄργωναν). Ἐπίσης, γυρίζοντας τὴν άξίνα στὸ πλάι, χτυποῦσαν καὶ ἔσπαγαν τοὺς μεγάλους σβώλους τοῦ χώματος, βωλοκοποῦσαν κατὰ τὴν ντοπιολαλιὰ.

Γύρισε νέτος ἀπ'τὴ κούραση. Ἀπὸ τὰ χαράματα ἴσαμε ποὺ σουροὺπωσε ἔσπερνε, ζευγάριζε, πέργαζε, βωλοκοποῦσε κι ὄχι μπουκιὰ, οὔτε ἄνεση δὲν ἐπῆρε.

ἄνεση : ἀνάσα

Ἐτυμολογία

Κττμγ ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐργάζομαι, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὁμορρίζου του ὀργώνω (<εργώνω < έργον ἐδῶ κι ἐδῶ). Πιθανῶς προκύπτει μὲ τὴν προσθήκη τοῦ προθήματος ἀπο- μὲ τὴν ἔννοια τοῦ τελειώματος μιᾶς διαδικασίας (π.χ. ἀπογαλακτισμὸς) καί τὴν ἔκθλιψη τοῦ ᾶρχικοῦ α, ὅπως ἀναφέρω κι ἐδῶ:

Η τοποθέτηση των ορνών ή όρνιασμα στην ντοπιολαλιά γινόταν στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιούνη και συνήθως είχαν τελειώσει με τ' όρνιασμα (είχαν απορνιαστεί ή 'πορνιαστεί κατά τη ντοπιολαλιά) μέχρι τη γιορτή του Άϊ-Γιάννη στις 24 του μήνα. Γι' αυτό αυτή η γιορτή, που αλλού τη λένε του Κλήδονα, στη Κύθνο τη λένε τ' Αϊ-Γιάννη του 'Πορνιαστή.

Παράγωγο τῆς λέξης πρέπει νὰ εἶναι τὸ περγαλίδι,μικρὸς κῆπος ποὺ καλλιεργεῖται (σκάβεται), στὴ ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ. Τὴν ἄκουσα στὸ θαυμάσιο ντοκυμαντὲρ "ΠΑΡΒΑΣ ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ" τοῦ Γεράσιμου Ρήγα. ἐδῶ

Αργότερα, ο Πάρβας κατεβαίνει στα περγαλίδια του και καλλιεργεί το μικρό κομμάτι γης που του ανήκει. ἐδῶ

Τὴν ἀναφέρει ὁ Σαραντᾶκος ἐδῶ:

περγαλίδι (το) (μικρός ) περιφραγμένος κήπος, συνήθως κοντά στο σπίτι, για την καλλιέργεια λαχανικών, παραπέμποντας σ' ἕνα κείμενο τοῦ Ἀντώνη Φωστιέρη ἐδῶ:

Ήμουνα νήπιο τριών χρονών όταν, ξημερώματα, τρέξανε και μ΄ αρπάξανε αγουροξυπνημένο, να με βγάλουν στην πίσω αυλή, στο περγαλίδι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ή καργιατζουλάκι. Λέξη που την λένε στα μικρά παιδιά στο χωριό μου, ειδικά τα ατίθασα, τα αεικίνητα, χωρίς όμως να είναι ξινά ή κακομαθημένα, τα γλυκοσκανταλιάρικα, αυτά που ο,τι και να κάνουν τους τα συγχωρείς όλα, και αντίστοιχης σωματικής διάπλασης (μικροκαμωμένα με σπινθηροβόλο βλέμμα).

Συνδέεται με το καλικατζαράκι φωνητικά, αλλά και με την κάργια σαν να είναι παράγωγό της. Στα Κρητικά συνδέθηκε με τον σκορπιό, αλλά η καργιατζούλα σε άλλες διαλέκτους του Αιγαίου περιγράφει χλωρίδα, όπως την τσουκνίδα.

Προσωπικά την άκουγα ως περιπαικτική λέξη με διάθεση ειρωνείας, ειδικά στο υποκοριστικό της. Στην κανονική της εκδοχή, όταν δεν αναφέρεται σε παιδιά, σχετίζεται με κάτι κακό που σκαρώνεται από κιανέναν αξανάκωλο και έχει ανησυχητική χροιά.


1.- Γιάλε το, γιάλε το, το καργιατζουλάκι, απού'ναι πέντε πιθαμές, μα έχει γλωσσαράκι... (Γιάλε: μωρουδίστικη εκφορά του "διάλε")
2.- Εγροίκησές το, ίντα γίνηκε οψές;
- Πράμα δε γ-κατέχω.
- Ο Μιχαλιός του κυρ - Θωμά, εκαβαλίκεψε το μουρέλο και μπαλώτεψε τον αυλόγυρο. Φωθιά και λάβρα γίνηκε η εκκλησιά.
- Χίλια καζίκια του κώλου ντου, για καργιάτζουλας.

Επίσης, γράφεται και καριάτζουλας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified