Ο ηλικιωμένος άντρας που συνοδεύει νεαρές, συνευρίσκεται σεξουαλικώς με νεαρές, κάνει σεξουαλικά σχόλια (ανάρμοστα συνήθως) ή είναι επιθετικός σεξουαλικά, έχει αυξημένες σεξουαλικές ορμές, ασχολείται με πορνό.

Αν και λίγα από τα παραπάνω είναι μειωτικά για εκείνον (γι' αυτό και συνεχίζει και τα κάνει ό,τι και αν λέμε), ο όρος εντούτοις χρησιμοποιείται μειωτικά, με σκοπό να προσβάλει τον ηλικιωμένο.

  1. Πού πας με το 18χρονο ρε πορνόγερε;

  2. Κατέβα από πάνω μου ρε πορνόγερε!

  3. Κοίτα Κούλα τι είχε ο πορνόγερος στο κουτάκι με τα χάπια του!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
joe909

Την πορνεία πολλοί γέροι ηγάπησαν τον πορνόγερο ουδείς. (Μαγκιά του;)