Μαλαστούπα είναι γενικά το βρεγμένο στουπί, όπως λ.χ. αυτό με το οποίο καθαρίζουν τα παρμπρίζ στα φανάρια, ή τα παρκέ στα γήπεδα μπάσκετ... Για τους υδραυλικούς είναι κάτι άλλο. (βλ. παράδειγμα 1)
Μια ακόμα ειδική χρήση της λέξης (παράδειγμα 2) αφορά σε σβώλο από βρεγμένο χαρτί υγείας, πλασμένο στο χέρι, τέτοιο που να έχει σφιχτή, υγρή και κολλώδη υφή. Η μαλαστούπα αυτού του είδους βρίσκεται μεταξύ των πάμπολλων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται ως βλήματα εναντίον συμμαθητών και καθηγητών στα σχολεία.
Ετυμολογία: Ενδεχομένως το μάλα- να είναι από το ιταλικο «μάνο» = χέρι. Η συμβολή άλλων απαραίτητη.
Η συγκεκριμένη σχολική χρήση της λέξης από Χανιά (χρησιμοποιείται αλλού;).
1) ...για όσους δεν ασχολούνται με υδραυλικά (κακώς) είναι η βεντούζα με τη λαβή που ξεβουλώνει νιπτήρες...
(από φόρουμ των φοιτητών ΤΕΙ Θεσσαλονίκης)
2) - Όχι ρε πούστη μου, έμεινε η μαλαστούπα στον τοίχο, θα μείνω από απουσίες ρε μαλάκα, όχι ρε γαμώτο....
10 comments
jesus
το ξέρω ως μαλαστούφα, αλλά δε θυμάμαι από ποιον κ πού...
GATZMAN
Ωραίος ο Χαλ
poniroskylo
Χωρίς να είμαι 100% σίγουρος, νομίζω ότι στα σερβο-κροάτικα mala stupa είναι μια μικρή κυλινδρική στήλη. Mala Stupa είναι και ένα νησάκι στις Δαλματικές ακτές.
Stupa, βέβαια, είναι μια παλιά Σανσκριτική λέξη που σημαίνει βουναλάκι, τύμβος και σήμερα σημαίνει τον χαρακτηριστικό τύπο του μικρού Βουδιστικού ναού που χρησιμοποιείται ενίοτε και ως οστεοφυλάκιο π.χ. στο Θιβέτ.
Σε ό,τι αφορά το μαλαστούφα, mala στα Ιταλικά παραπέμπει στο κακό και stoffa είναι το ύφασμα, η στόφα.
Διαλέγετε και παίρνετε
xalikoutis
μπορώ να τα χρησιμοποιήσω όλα μαζί αντί να διαλέξω;
xalikoutis
mala stupa = κολωνάκι στα σερβοκροατικα δηλαδής;
poniroskylo
Για διε, δεν το είχα σκεφτεί ... Κολωνάκι, ...κι έτσι. Υποθέτω πώς ναι ... δεν την ξέρω τη γλώσσα αλλά τα λεξικά τόχουν mali=μικρό, stup=κολώνα. Πάμε Μάλα Στούπα για καφέ, δικέ μου ... Και πριν ρωτήσεις, πλατεία είναι trg. Σοβαρά μιλάω - Τ-R-G.
acg
Ωραια. Το da capo πως το λενε ομως;
xalikoutis
μάλα στούπα σόμπορο ίσως;
aias.ath
Ἡ βεντούζα τοῦ ὑδραυλικοῦ μὲ τὴ λαβὴ λέγεται κλάμπανο, διότι μοιάζει μὲ τὸ ὁμώνυμο ἐγαλεῖο ἁλιείας, ἀποτελούμενο ἀπὸ μικρὴ ξύλινη τάβλα καὶ λαβή. Αὐτὸ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸ λεγόμενο κλαμπανάρισμα, δηλ. τὸ κτύπημα τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης γιὰ νὰ τρομάξουν τὰ ψάρια καὶ νὰ πέσουν στὸ δίκτυ, μὲ τὸ ὁποῖο ἔχει προηγουμένως περιζωθῆ ἡ περιοχή. Ἡ ὅλη διαδικασία λέγεται καὶ βόλαγμα, ἰδίως ὅταν γίνεται μὲ πέτρες (τὸ ρῆμα βολάζω καὶ ἡ ἔκφρασι «πᾶμε γιὰ βόλους»).
Μεταφορικῶς κλάμπανο λέγεται ἡ μαλακία καὶ ὁ δράστης κλαμπανάρας, προφανῶς λόγῳ συσχετίσεως τῆς κινήσεως.
jesus
μπορείς να περάσεις το ίδιο σχόλιο στο λήμμα κλαπανάρας όπου λέω κ για το κλάμπανος;;
χρειαζόσουνα εσύ, τελικά:Ρ