Κάθομαι κάπου με σκοπό να χαλαρώσω, αράζω.
- Τι στρογγυλοκάθησες στον καναπέ πάλι; Σήκω, μας περιμένει δουλειά!
Got a better definition? Add it!
Published 2008-12-15 12:19:12+00:00 Last modified 2015-06-22 04:50:49+00:00
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
0 comments