Όταν θέλουμε να πούμε : άρπα κόλλα , ότι νάναι , γενικότερα να δηλώσουμε ότι πλέον δεν μας νοιάζει κάτι και τα γράφουμε σταματάμε να νοιαζόμαστε για κάτι ή όταν θα κάνουμε κάτι χωρίς σοβαρό σκοπό.

Έχεις διαβάσει για αύριο; Ή θα πάμε Αρίμπας;

Καλά οι 300 στη Σπάρτη τι αρίμπας έκαναν που πήγαν να πολεμήσουν μόνοι τους ολόκληρο στρατό.

Ο Νίκος full αρίμπας έτρεχε γυμνός στην παραλία χθες το βράδυ κρατούσε δύο αγγούρια και τραγουδούσε τον ύμνο του ΠΑΣΟΚ.

Got a better definition? Add it!

Published

Οι πράξεις που κάνεις: ήχοι,φωνές,κινήσεις και γενικότερα όταν έχεις γίνει Γαλοπούλα

Καλά χθες που έχασε ο Ολυμπιακός ακουγόταν τα γλουγλού του Νίκου ως εδώ.

Καλά άστον αυτόν τώρα έχει νεύρα και κάνει τρελό γλουγλού.

Ναι ρε είμαι σίγουρος ότι δεν σε πειράζει(ειρωνία) ΓΛΟΥΓΛΟΥΓΛΟΥΓΛΟΥΓΛΟΥ (σαν να του λές έτσι κάνεις επειδή σε πειράζει)

Ρε ακούω γλουγλού τα ακούς και εσύ; Μήπως είναι καμία Γαλοπούλα κοντά;(για δείξεις σε κάποιον ότι κάνει σαν γαλοπούλα)

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν κάποιος κάποιος τρελένεται, ταράζεται, εκλπήσσεται , η πιο ακριβής περιγραφή για τη λέξη Μάντι είναι "σκάει επιληψία".

Μαλάκα δε φαντάζεσαι τι έγινε χθές τρελό μάντι μαλώσανε οι γείτονες και βριζόντουσαν στο δρόμο.

Δεν αντέχω να διαβάσω άλλο έχω σκάσει μάντι θα τα παρατήσω.

Καλά ο Νίκος είναι full μάντις άμα του πεις τίποτα σηκώνεται και φεύγει.

Got a better definition? Add it!

Published

Γαλοπούλα λέμε κάποιο άτομο όταν του συμβαίνει κάτι και κάνει σαν να έχει πάθει επιληψία , ταράζεται και γενικότερα τρελένεται, ή σκάει Μάντι

Ρε ο Φάνης κόπηκε πάλι με 3,5 στο μάθημα και μεταμορφώθηκε σε γαλοπούλα

Ηρέμησε ρε μαλάκα μην κάνεις σα γαλαπούλα άραξε όλα καλά θα πάνε

Καλά έπρεπε να δείς τον Γιώργο όταν έχασε στο fifa τρελή γαλοπούλα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός(μερικές φορές και ρήμα: σμιγγολιάζω, ή και μόνο του σαν πράξη) που αποδίδεται σε κάποιον/α όταν κλείνεται σπίτι του, αποφεύγει κοινωνική αλληλεπίδραση και τον κάνει να νιώθει άβολα, δεν πλένεται , δεν φροντίζει τον εαυτό του και χαλάει το χρόνο του στο βρώμικο του σπίτι χώρις να κάνει τίποτα παραγωγικό.

Ρε μαλάκα ο Γιάννης έχει γίνει σμίγγολας πάλι κάθεται σπίτι παίζει παιχνίδια και τρώει πίτες δύο βδομάδες συνεχόμενα.

Καλά η Ελένη έκανε τρελό σμίγγολ πέρασε απο δίπλα μου τις προάλλες και δε με χαιρέτησε.

Ρε μαλάκα σμίγγολ κάνε ένα μπάνιο να πάμε για μια μπύρα με γαμιέσε.

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν κάτι σου φαίνεται γελοίο, σου χτυπάει άσχημα στο μάτι, σου προκαλεί αηδία.

Κρίντζαρα πoυ βγήκε και τραγούδησε η Ηλλιάνα το μοντέλο άθια φωνή.

Καλά όταν βλέπω να φιλιούνται αυτοί οι δύο κριντζάρω πολύ.

Got a better definition? Add it!

Published

Κάποιος που προσπαθεί με πονηρία να πάρει πράγματα απο εσένα, να αναδείξει τον εαυτό του ή να κρατήσει κάτι μόνο για αυτόν με ανέντιμο και ύπουλο τρόπο.

Ο Νίκος ο εβραίουλας έφαγε όλη την πίτσα την ώρα που πήγα τουαλέτα.

Ο εβραίουλας ο συγκάτοικος μου περιμένει να πάρω εγώ χαρτί υγίειας για να μη χαλάσει λεφτά

Ο Τόλης ανέβασε φωτογραφία απο χθές το βράδυ μάζι μας για να δείξει ότι πάρταρε, ενώ απλά ήρθε να μας χαιρετήσει, ο κωλοεβραίουλας.

Got a better definition? Add it!

Published

Απο τη γνωστή παραλλαγή του γέλιου χιχιχι. Αυτοί που λένε ψέμματα για χαζά θέματα, αυτοί που κάνουν κάτι χαζό ή πονηρό και δεν το παραδέχονται.

Οι άλλοι οι κωλοχιχίδες λένε πως δέν έχουν λεφτά για να βγούν ενώ παραγγέλνουν κάθε μέρα pizza.

Καλά ο Δημήτρης είναι τέρμα χιχής κάθεται και λέει ότι πέρνει πτυχίο ενώ χρωστάει τη μισή σχολή

Χθές πήγαμε για μπύρα με τις φίλες της Ελένης και καθόντουσαν και ψιθύριζαν μόνες τους για μένα ενώ καθόμουν απέναντι full χιχί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified