Χαρακτηρισμός που πηγάζει από την επαρχία και χρησιμοποιείται για κάποιον που είναι κουτσομπόλης, σχολιάζει δηλαδή την συμπεριφορά των άλλων, συχνά με αρνητικό τρόπο. Σε πολλές περιοχές και Κουσέλας, καθώς και το ρήμα κουσελιάζω.

- Πωπω! Δεν θα πιστέψεις τι έμαθα για την Μαρία πριν λίγο!
- Τι;
- Θα σου πω μετά! Πρέπει να το πω στο Γιάννη και την Δέσποινα αμέσως!!!
- Πφφφφφ... Ποτέ δεν θα σταματήσεις να είσαι τόσο κουσελιάρης...

(από Saturnine, 26/12/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που παράχθηκε και χρησιμοποιείται (περισσότερο) από χαζά 14χρονα, που γράφουν το «τι κάνεις μωρό μου» κάπως έτσι: «t knc mwlo m;», και θέλουν να δηλώσουν ότι αστειεύονται, ότι κάνουν πλάκα δηλαδή.

- Ρε!
- Τι;
- Ρε έχασα την αγαπημένη σου μπλούζα, αυτή που μου δάνεισες...
- Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι;
- Χαχα έλα ρε πλακίζω! Ορίστε εδώ είναι, πάρτη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το τούρκικο hamal.

  1. Ο ανειδίκευτος εργάτης που μεταφέρει βάρη, ο αχθοφόρος, ο φορτοεκφορτωτής.
  2. Το παιδί για όλες τις δουλειές, ο κουβαλητής σε σημείο εκμετάλλευσης, το κοροϊδάκι που κάνει ο,τι του ζητούν.
  3. Ο άνθρωπος που κάνει τις βαριές δουλειές με χαμηλό μισθό.

1.- Ρε Πέτρο, άντε πετάξου μία στο supermarket!
- Να πας μόνος σου, χαμάλης είμαι να κουβαλάω τα ψώνια σου;

  1. - Κοίτα τον, κοίτα τον. Μέχρι και την τσάντα της κουβαλάει. Ο,τι του πει..! - Μια ζωή χαμάλης. Ό,τι του ζητάς το κάνει.

  2. Άμα δε μάθεις γράμματα, μια ζωή χαμάλης θα είσαι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified