Αναγκάζομαι να υπομείνω μια δυσάρεστη κατάσταση ή έναν ενοχλητικό άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί κάτι μου το επιβάλανε, είτε γιατί δεν το περίμενα και δεν μπόρεσα να το αποφύγω εγκαίρως. Είναι σαν να έχω φάει ένα χαστούκι στο πρόσωπο, δηλαδή στη μάπα.

  1. Δεν είναι πια να πηγαίνεις πουθενά. Τρως στη μάπα όλη την κίνηση, τα φορτηγά, τις ουρές στα διόδια και θέλεις τέσσερις ώρες να κάνεις εκατό χιλιόμετρα. Και γιατί; Για να φας στη μάπα μετά όλο το συνωστισμό στην παραλία.

  2. Άμα θα είναι κι αυτός, εγώ δεν έρχομαι. Τον έφαγα στη μάπα ολόκληρο το περασμένο Σαββατοκύριακο που τον κουβάλησε η Ράνια και δε χρωστάω τίποτα να ακούω πάλι τις βλακείες του.

Δες και ρίχνω, τρώω, πέφτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified