Προσφώνηση, και καλά παρασυνθηματική, κάποιου που του έχει βγει το όνομα ότι τη μπαίζει συστηματικά, ή που τον έκαναν τσακωτό να τη μπαίζει. Ρετσινιά. Αποφύγετέ το.

Παράβαλε το μνημείο του slang.edu παίχτης, και θενξ στον θείο χότζα για την έμμεση ασσίστ.

- Ωπ! Να κι ο παίκτης! Στις πόσες το τερμάτισες χτες;

Got a better definition? Add it!

Published