Αλλιώς τα περίμενα, αλλιώς μου ήρθαν. Περίμενα να πάρω λεφτά που μου χρωστούσαν, αλλά με πιστόλιασαν και πήρα τ' αρχίδια μου.

Στην προκειμένη περίπτωση συντάσσεται με τα «ρίχνω», «αφήνω», ή «τρώω» ανάλογα με τη μεριά της τόγκας που βρισκόμαστε.

... μου δίνει λοιπόν μία επιταγή πελάτη του και καλά, τρίμηνη, λέω εγώ «τρίμηνη μεγάλε είναι καραμετρητά», την παίρνω και τρώω μία τόγκα του άλλου είδους. Ας πρόσεχα...

για τους πολύ παλιούς (από dryhammer, 27/05/14)ομοίως (από dryhammer, 27/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ήττα, η τάπα, η νίλα, η στραβή, το πακέτο, η παπάρα. Τρώγεται.

Πήγαμε 4 η ώρα το βράδυ μέχρι το κέντρο να βρούμε λουκουμάδες και φάγαμε τόγκα. Όλα κλειστά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η «πουστιά», η άνανδρη πράξη, η προδοσία. Οι φράσεις "μου 'παιξε πουστιά" και "μου 'παιξε τόγκα" είναι ταυτόσημες. Η τόνγκα είναι λέξη της πιάτσας και χρησιμοποιείται από αλάνια που έχουν επίπεδο και δεν θέλουν να θίξουν τους ομοφυλόφιλους.

-Αν μου δώσεις σεβασμό τότε θα σου δώσω αγάπη, προστασία. Αν όμως μου παίξεις τόγκα-πισωκολλητό, τότε πίστολι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified